Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Η μεγάλη κομπίνα της νομισματικής πολιτικής της ευρωπαϊκής ένωσης και της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας


  Του ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΚΩΣΤΟΓΙΑΝΝΗ

Τι συμβαίνει με τη νομισματική πολιτική της ΕΕ και της ΕΚΤ; 
Έχει έντεχνα και έντονα καλλιεργηθεί η αίσθηση πως στα πλαίσια της ζώνης του ευρώ δεν παρατηρείται παραγωγή και έκδοση νέου χρήματος και πως υπάρχει μια σφικτή νομισματική πολιτική που αποσκοπεί στον έλεγχο του κυκλοφορούντος χρήματος, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα πληθωριστικού χρήματος που δήθεν θα οδηγούσαν σε πληθωρισμό τιμών. 

 Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αναρωτιούνται γιατί δεν εκδίδονται νέα χαρτονομίσματα ευρώ που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τα κρατικά ελλείμματα και να δημιουργήσουν συνθήκες ρευστότητας. 
 Στην φαινομενικά απλοϊκή αλλά απόλυτα εύλογη και δικαιολογημένη ερώτηση η απάντηση είναι πως αυτό θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτο πληθωρισμό που θα καταρράκωνε το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και άλλες τέτοιες αηδίες.

 Αυτό που έμενε ως εντύπωση ήταν πως αναφερόμαστε σε μια νομισματικά παρθένα ευρωζώνη που, ενώ θα μπορούσε να προστατεύσει τους βιαζόμενους από τις αγορές  λαούς της,  μέσω μιας χαλαρής νομισματικής πολιτικής, αυτή παρέμενε πιστή στο δόγμα του μονεταρισμού  διατηρώντας  με κάθε ζήλο τη νομισματική της αιδημοσύνη. 

 Τελικά αυτό που προκύπτει είναι πως η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. 
 Η ΕΚΤ ουδέποτε σταμάτησε να εκδίδει νέα χαρτονομίσματα και κέρματα και αυτό προκύπτει αβίαστα από τις πληροφορίες που δίνει η ΕΚΤ και η ΕΕ στην επίσημη ιστοσελίδα της. 
Ανάμεσα στις άλλες πληροφορίες μαθαίνουμε τα εξής:
Το 2002 η συνολική αξία των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων είχε φτάσει στο ποσό των 320,9 δις, που αντιστοιχούσε στο 4,5% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Στο τέλος του 2010 η αξία των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων είχε διαμορφωθεί σε 840 δις ευρώ. Αντίστοιχη αύξηση υπήρχε και στην κυκλοφορία των κερμάτων. Η αύξηση αυτή είναι μεγαλύτερη από 150%. Δηλαδή η ΕΚΤ κατάφερε με την πολιτική αυτή  να αποκτήσει ι και να διαχειριστεί μιάμιση φορά το συνολικό πλούτο της Ευρώπης, συγκεντρώνοντας πρωτόγνωρη οικονομική δύναμη που χρησιμοποίησε για να καταστρέψει την εργατική τάξη υπέρ των μονοπωλίων.  

  Οι χώρες που στο μεταξύ εντάχτηκαν στη ζώνη του ευρώ είναι μικρές πληθυσμιακά και οικονομικά (Κύπρος Μάλτα, Σλοβακία κλπ) με μικρό ποσοστό συμμετοχής στην οικονομία της ευρωζώνης και επομένως πολύ μικρό συντελεστή στη μεταβολή αυτή, που είναι  αποτέλεσμα διαρκούς έκδοσης νέων ποσοτήτων ευρώ. 

Επίσης το Σεπτέμβριο του 2002 δημιουργήθηκε αυτό που αποκαλούν «Στρατηγικό Απόθεμα του Ευρωσυστήματος»,  για το μέγεθος του οποίου δεν παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες.
Να μην ξεχάσουμε βέβαια πως η ΕΚΤ δεν διαθέτει μηχανήματα εκτύπωσης, εργασία που ανατίθεται στα επιμέρους κράτη, το δε κόστος εκτύπωσης βαρύνει τις Εθνικές Εκδοτικές Τράπεζες, δηλαδή εμάς. 

 Η υπόθεση της νομισματικής πολιτικής της ΕΕ δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα θεωρούμενη ως ένα τεχνικό οικονομικό στοιχείο με λεπτομέρειες και όρους που είναι δύσκολο κάποιος να κατανοήσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως η σύγχρονη υποδούλωση και εξαθλίωση των εργαζομένων και της νέας γενιάς πραγματοποιείται με τέτοιου είδους όπλα που έχουν αποκτήσει τα κάθε λογής παράσιτα του καπιταλισμού. Επίσης πως η έλλειψη  χρήματος  είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ο καπιταλισμός για να κατευθύνει τα κράτη στις περίφημες χρηματαγορές, τις διαρκείς εκδόσεις κρατικών ομολόγων και στην αγκαλιά τοκογλυφικών ή καλύτερα εγκληματικών μηχανισμών όπως το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ΕΚΤ.
Με τις διάφορες κοινοτικές συνθήκες και στα πλαίσια της Ευρωζώνης οι διάφορες Κεντρικές Εθνικές Εκδοτικές Τράπεζες παραχώρησαν τις αρμοδιότητές τους και την εποπτεία της νομισματικής πολιτικής στο μεγάλο αφεντικό της ΕΚΤ. Η ουσία του προβλήματος δεν βρίσκεται μόνο στην εκχώρηση δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων, με συνεπακόλουθη απώλεια ανεξαρτησίας, αλλά στη νέα λογική που επικράτησε πως το νέο χρήμα δεν θα ανήκει στα κράτη και στους λαούς, αλλά στην ΕΚΤ που θα το πουλά και θα το δανείζει στα κράτη. Έχουμε μια νέα κατάσταση που σχετίζεται με την ιδιωτικοποίηση και την κατάχρηση του εκδιδομένου χρήματος από μηχανισμούς , όπως η ΕΚΤ, ενώ τα χρήματα αυτά ανήκουν στους λαούς και θα έπρεπε να εγγράφονται και να αποτελούν έσοδα των κρατικών προϋπολογισμών..  Η ΕΚΤ βρίσκεται στην πρωτοπορία μιας αντιδραστικής παγκόσμιας τομής που έχει εφιαλτικά αποτελέσματα για τους λαούς και καθιστά ακόμη πιο αναγκαίο και επιτακτικό τη διάλυσή της. 
 
Πώς χρησιμοποιεί η ΕΕ τα χρήματα αυτά που έχει καταχραστεί και κλέψει από τους λαούς;  Ως ένα εργαλείο για να προωθήσει τις αντιδραστικές της πολιτικές. Να συγκεντρώσει το κεφάλαιο στα χέρια των πολυεθνικών και των πλουσίων, να ισοπεδώσει τα εργασιακά δικαιώματα, να εξαγοράσει όλους τους φυσικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, να δημιουργήσει τα εργασιακά κάτεργα της νέας εποχής με εργάτες σκλάβους, όπου δεν θα τολμάς να ψελλίσεις το όνομά σου. Όλα αυτά που βλέπουμε να γίνονται και που οι άθλιοι πολιτικοί και οικονομικοί υπερασπιστές του συστήματος και κάθε λογής ευρωλιγούρηδες τολμούν να ονομάζουν ως νέα ευκαιρία.

Τα χρήματα αυτά βρίσκονταν πίσω από τις περίφημες επιδοτήσεις και κοινοτικές ενισχύσεις. Ας το πούμε απλά. Στην ΕΕ όλα αυτά δεν στοίχιζαν τίποτα, ούτε καν το χαρτί και τα έξοδα εκτύπωσης των χαρτονομισμάτων που δίνονταν. Αυτό για να καταπολεμήσουμε τις τύψεις πως οι καημένοι Ευρωπαίοι μας έδωσαν τα ωραία τους ευρώ. 
Είναι άλλωστε καταπληκτικό πως η συντριπτική πλειοψηφία των επιδοτήσεων δίνονταν όχι για να παράγεις αλλά για να μην παράγεις. Όχι για να δημιουργήσεις αλλά για να καταστρέψεις. Ήταν δηλαδή επιδοτήσεις καταστροφής του παραγωγικού ιστού και ειδικά του κρίσιμου διατροφικού πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. 
Ταυτόχρονα τα “χοντρά ποσά” κατευθύνονταν σε χέρια κεφαλαιοκρατών και μεγαλοϊδιωτών που δημιούργησαν έτσι συγκεντρώσεις κεφαλαίων και επιχειρήσεων. 
Ήταν τέλος αυτά που κατέστρεψαν με κοινοτικές ντιρεκτίβες τον παραγωγικό δημόσιο τομέα, τη βιομηχανία ζάχαρης, λιπασμάτων, φαρμάκων, τα ναυπηγεία κλπ. 

Με δωρεάν «χαρτί» που γρήγορα έπαιρναν πίσω εξαγόρασαν συνειδήσεις και επέβαλλαν αναδιαρθρώσεις καταστροφικές, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ειδικά αυτές της περιφέρειας. Και ακριβώς αυτά είναι τα περίφημα δανεικά που μας δίνει τώρα η ΕΕ, χρήμα δηλαδή που ανήκει στους λαούς και το οποίο έχει παράνομα σφετεριστεί η  ΕΕ και η ΕΚΤ με τη συνευθύνη όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που υπέγραψαν τις συμβάσεις και τα καταστατικά της.
Και επειδή γνωρίζουν πως αυτό που έχει αξία είναι η κατοχή των πλουτοπαραγωγικών πηγών χρησιμοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς για να αποκτήσουν εμπράγματα δικαιώματα σε όλους ανεξαίρετα τους πόρους και να σκλαβώσουν την εργατική τάξη με εξαθλιωμένους μισθούς, όπως ακριβώς υπαγορεύουν  τα  μνημόνια. 

Ο μηχανισμός αυτός φαντάζει παρανοϊκός, όπως άλλωστε και όλοι οι μηχανισμοί που σχετίζονται με την τρομερή εκμετάλλευση της εργατικής τάξης σε συνθήκες ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Τα ίδιο συμβαίνει με την χρηματοδότηση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Το ίδιο συμβαίνει με τα τεράστια κέρδη που αποκομίζουν οι καπιταλιστές από το χρηματιστηριακό σύστημα (παράγοντας κοπανιστό αέρα). Όλη η κοινωνία βυθίζεται στη φτώχεια και  στην απελπισία πληρώνοντας τις βδέλλες του καπιταλισμού, που μέσα από τη στυγνότατη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και παρασιτικούς μηχανισμούς συγκέντρωσης κεφαλαίου ετοιμάζονται για τον επικείμενο εφιάλτη που μας περιμένει. 
  
 Θεωρώ πως το αίτημα διάλυσης της ΕΕ και αποχώρησης από το ευρώ πρέπει να συνδυαστεί με το αίτημα επιστροφής όλων αυτών των κεφαλαίων που λήστεψε από τους λαούς και τους εργαζόμενους η ΕΚΤ, με την αναζήτηση μάλιστα αντισταθμιστικών  ποσών  από τη ζημιά που έχουν τόσα χρόνια υποστεί οι εργαζόμενοι και η παραγωγική υποδομή.
Το ίδιο άλλωστε πρέπει να γίνει με το αίτημα για εθνικοποίηση των τραπεζών, χωρίς αποζημίωση. Πρέπει να απαιτήσουμε την επιστροφή όλων των ποσών με τα οποία έχουν επιχορηγηθεί, το άθροισμα των  οποίων υπερβαίνει κατά πολύ τη σημερινή τους αξία.

Τέλος χρειάζεται να συντονίσουμε τη δράση μας με τους λαούς, τους εργαζόμενους και τους νέους των χωρών της ΕΕ και της ευρωζώνης επιχειρώντας την ικανοποίηση τέτοιων αιτημάτων και την από κοινού προσπάθειά  διάλυσης της ΕΕ, αναζητώντας τη δημιουργία ενός νέου κόσμου χωρίς εκμεταλλευτές όπου ο πλούτος και η εξουσία θα βρίσκεται στα χέρια των εργαζομένων.