Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

10 σημεία για την συγκυρία και μια πρόταση για ένα λαϊκό μέτωπο με κέντρο την αριστερά



 Η συζήτηση στην Αριστερά συνεχίζεται...






Το εκκωφαντικό αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου αποτελεί μια τομή στις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, με τεράστια σημασία για το λαϊκό κίνημα. Η σημαντική εκλογική ενίσχυση – εκτίναξη της αριστεράς, η γείωση των...
 αριστερών αιτημάτων με ευρύτατες λαϊκές μάζες, η δημοψηφισματικού χαρακτήρα ήττα της πολιτικής του μνημονίου αποτελούν ένα καθοριστικό πολιτικό γεγονός με διεθνή σημασία. Η συνεπακόλουθη αποτυχία των δυνάμεων του αστικού δικομματισμού και των συναφών κομμάτων να συγκροτήσουν νέα κυβέρνηση και να νομιμοποιήσουν πολιτικά ένα νέο γύρο καταλήστευσης του λαού και συντριβής των εργατικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, σηματοδοτεί την ακόμη μεγαλύτερη όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων της πολιτικής που απαιτεί η ευρωζώνη και η βαθιά κρίση του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Οξύνονται δηλαδή στο έπακρο οι εσωτερικές αντιθέσεις της μνημονιακής πολιτικής του κοινωνικού, δημοκρατικού και εθνικού αποπληθωρισμού.


Αντικειμενικά η νέα εκλογική πολιτική μάχη, που έχει ξεκινήσει, σηματοδοτεί την ποιοτική αναβάθμιση των πολιτικών διλημμάτων και την όξυνση της πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης στον τακτικό κόμβο της 17ης Ιούνη.


Η περίοδος των Μνημονίων υπήρξε ένα χρονικό διάστημα έντονων ταξικών αγώνων με δεκάδες πανεργατικές απεργίες, το κίνημα των πλατειών, τη σύγκρουση του λαϊκού κινήματος με τις κυβερνητικές επιλογές του Μεσοπρόθεσμου και του δεύτερου Μνημονίου, τα κινήματα ανυπακοής στα χαράτσια, η έκφραση της λαϊκής οργής στις παρελάσεις, οι αγώνες της Κερατέας και της Χαλυβουργίας. Παράλληλα η τεραστία αύξηση της ανεργίας, η μείωση του λαϊκού εισοδήματος, η όξυνση του αστυνομικού αυταρχισμού, η ταπείνωση της εθνικής περηφάνιας κατοχύρωσαν νέα ποιοτικά δεδομένα στον πολιτικό και κοινωνικό ιστό της χώρας. Όλα αυτά πρέπει να αποτιμηθούν προκειμένου να επανεκτιμηθούν οι αριστερές πολιτικές στρατηγικές.

 Καταγράφεται μια βαθιά ήττα της κυρίαρχης αστικής πολιτικής των μνημονίων. Ο λαός δεν υποκύπτει πλέον στα εκβιαστικά διλήμματα των αστικών κομμάτων και μηχανισμών (ΕΕ, ΔΝΤ). Δεν τρομοκρατείται ούτε μπροστά στις κάλπες. Αντίθετα αντιλαμβάνεται την εκλογική διαδικασία ως την αχίλλειο πτέρνα ενός αυταρχικού κράτους, ως την ευκαιρία όχι μόνο να καταγγείλει αλλά και να ρίξει τις κυβερνήσεις του μνημονίου, να ολοκληρώσει την αποδόμηση του σάπιου πολιτικού συστήματος, διαδικασία που ο λαός άφησε ημιτελής στις πλατείες.


Καταγράφεται επίσης η μείωση της βαρύτητας της ιδεολογικής επιρροής των διεθνών κέντρων του κεφαλαίου πάνω στις λαϊκές μάζες. Η ΕΕ κατοχυρώνεται στη συνείδηση του λαού ως μια βαθιά αντιδραστική δύναμη του κεφαλαίου. Φαίνεται πως η όποια πολιτική παρέμβαση της ΕΕ πολώνει ακόμη περισσότερο το λαό σε ριζοσπαστικότερες θέσεις.


Επίσης καταγράφεται η σημαντική αποδυνάμωση της επιρροής των ΜΜΕ στις λαϊκές συνειδήσεις. Τα εναλλακτικά δίκτυα πληροφόρησης δίνουν τεράστια δυναμική στις μαζικές πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς για παρέμβαση στις εργαζόμενες και νεολαιίστικες μάζες.


Υπάρχει μια διευρυμένη απαξίωση και συντριβή των βασικών πυλώνων του αστικού δικομματισμού. Υπάρχει ανοιχτή πολιτική κρίση. Υπάρχει κατάρρευση του σοσιαλδημοκρατικού πυλώνα. Υπάρχει τεράστιο ρήγμα μέσα στο σώμα της λαϊκής δεξιάς. Η πολιτική της γενικής απαξίωσης των λαϊκών συμφερόντων αποσυνθέτει την ενότητα της δεξιάς παράταξης. Το στοιχείο της εθνικής ταπείνωσης γενικεύεται, τροφοδοτεί την ακροδεξιά. Η αστική διαχείριση μοιάζει να δυσκολεύεται εξαιρετικά και είναι αναγκασμένη να εξαντλεί διαρκώς όλες τις εφεδρείες της.


Κυρίως όμως συντελείται μια τεράστια ενίσχυση της αριστεράς και ανάπτυξη πολιτικών σχέσεων εκπροσώπησης με ευρύτερες λαϊκές μάζες, που ξεπερνούν κατά πολύ το εύρος των παραδοσιακών κομμουνιστογενών ρευμάτων. Η αριστερά αποτελεί πλέον τον κορμό έκφρασης ενός διευρυμένου λαϊκού ριζοσπαστισμού. Η συνολική πολιτική καταγραφή της αριστεράς ξεπερνάει το 25% και συνεχίζει να αναπτύσσεται. Ειδικότερα εντός της αριστεράς καταγράφεται επί της ουσίας μια στασιμότητα (με αναφορά στην συγκυρία) των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΚΚΕ αλλά και μια θεαματική εκτίναξη των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύει ότι οι διαδικασίες με τις οποίες αναπτύσσεται η έκφραση του λαϊκού ριζοσπαστισμού στην αριστερά δεν αφορά μονάχα την έκφραση της διαμαρτυρίας. Είναι καθοριστικό το στοιχείο της στρατηγικής, του τρόπου που γίνεται αντιληπτό από ευρύτερα λαϊκά στρώματα το ερώτημα «ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ, σε αυτή την χώρα».


Ο ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς ως μια αριστερή δύναμη που μπόρεσε πολιτικά & συμβολικά να συνθέσει α) την καθολική άρνηση της πολιτικής του Μνημονίου με το αίτημα για διαγραφή του χρέους, β) τον πολιτικό ριζοσπαστισμό της ευθείας σύγκρουσης με τους εκβιασμούς του αστικού δικομματισμού και της ΕΕ, προτείνοντας μια «Κυβέρνηση της Αριστεράς» ως μια απάντηση στα άμεσα ζωτικά προβλήματα των λαϊκών μαζών γ) τη φυσιογνωμία ενός πολυτασικού δημοκρατικού πολιτικού χώρου, δ) την κατεύθυνση της μετωπικής ενότητας της αριστεράς ως δυναμική έκφραση μιας ακόμη πλατύτερης λαϊκής συμμαχίας, αντικειμενικά διαμόρφωσε συνθήκες πλατειάς μαζικής πλειοψηφικής απεύθυνσης της αριστεράς. Αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τα πλέον καθοριστικά σε σχέση με τις εμφανείς ελλείψεις του και τη σύγκρουση απόψεων που υπάρχουν στο εσωτερικό του. Το γεγονός πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπέκυψε στους εκβιασμούς για δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης, κατοχυρώνει την αξιοπιστία του σε ευρύτερα ακροατήρια και μονιμοποιεί τις σχέσεις του με τον αναδυόμενο λαϊκό ριζοσπαστισμό.


Το ΚΚΕ κινήθηκε σε αντίστροφη πορεία, πρόβαλε την κομμουνιστική στρατηγική ως μοναδική απάντηση στις οξυμένες αντιφάσεις της καπιταλιστική κρίσης. Αρνήθηκε κάθε μετωπικό στόχο. Ειδικότερα, η αυστηρή σύνδεση του στόχου για έξοδο από το Ευρώ και την ΕΕ με την στρατηγική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και την «λαϊκή εξουσία» έγινε αντιληπτή από τις λαϊκές μάζες ως αδυναμία ή έλλειψη θέλησης σύγκρουσης με την Τρόικα και τον αστικό δικομματισμό. Αυτή η αδυναμία του ΚΚΕ να προβάλει τη δυνατότητα ενός μεταβατικού πολιτικού προγράμματος που να μπορεί να γειώνει τη στρατηγική του με ευρύτερα λαϊκά στρώματα οδήγησε στην απόλυτη περιχαράκωσή του και σε μια γενική αδυναμία διεύρυνσης των δεσμών του με τον αγωνιζόμενο λαό. Αντικειμενικά, μια στρατηγική που επενδύει στην ήττα του λαού και των άλλων πόλων της αριστεράς, στοχεύοντας μόνο στην ενίσχυση της, γίνεται άμεσα αισθητή από τις λαϊκές μάζες και οδηγεί στην πλήρη πολιτική απομόνωσή της.


Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με σημαντικά αποθέματα ιδεολογικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού καταγράφεται πλέον ως μια αναγνωρίσιμη αλλά πολύ μικρή πολιτική δύναμη, η οποία δε μπόρεσε να παίξει τον ρόλο του καταλύτη σε μια κατεύθυνση ριζοσπαστικής ανατροπής του πολιτικού τοπίου μέσα στην αριστερά. Όλο το πολιτικό πλαίσιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όλη η τοποθέτηση για την απαίτηση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος με επίκεντρο την ανάγκη διαγραφής του χρέους, αλλά και την σύγκρουση με την ΕΥΡΩΖΩΝΗ και την ανάγκη εξόδου της χώρας από το ΕΥΡΩ (βλέπε ανάλυση ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ-ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ) αντικειμενικά παίζει προωθητικό ρόλο, εφόσον ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα θα μπορούσε να κατοχυρώνει μια διαδικασία μετωπικής συνάντησης όλων των αριστερών πολιτικών δυνάμεων. Όμως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε μπόρεσε να μετουσιώσει αυτή την κατεύθυνση σε δυναμική πρωτοβουλιών, να ορίσει ένα πρόγραμμα στόχων και συνεργασιών που να μετατρέπει την προγραμματική θέση της εξόδου από την ευρωζώνη σε απτή πολιτική μετωπικών συνεργασιών και γραμμή μαζών. Εν τέλει, η άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για συνεργασία με το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής πριν τις εκλογές περιόρισε τη φυσιογνωμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε ένα «μικρό πολιτικό ρεύμα» και στέρησε τη δυναμική μιας ανοιχτής μετωπικής πολιτικής πρωτοβουλίας. Η επιλογή αυτή εισπράχτηκε από μεγάλο μέρος συντρόφων και αγωνιστών ως επιλογή «Φυσιογνωμικής Περιχαράκωσης» στη λογική του αντικαπιταλιστικού πόλου και σε πλήρη αντιπαραβολή με την προοπτική του αριστερού μετώπου.


Συνεπώς σε αυτήν τη συγκυρία, ο πολιτικός χώρος τον οποίο ορίζει η αριστερά μετατρέπεται σε ένα πολιτικό εργαστήρι μιας συνάντησης του λαϊκού ριζοσπαστισμού με την προοπτική της αλλαγής της πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας. Σήμερα, η αριστερά συναντιέται με μια ιστορική ευκαιρία να μπορέσει να είναι αυτή, η κύρια έκφραση της λαϊκής οργής και ο φορέας της αντεπίθεσης, να δώσει σχήμα στην ελπίδα που ξαναγεννιέται, να μην την χλευάσει. Να συμβάλει καθοριστικά σε μια κατεύθυνση αποδέσμευσης της ελληνικής κοινωνίας από την πολιτική της ΕΕ, να σταματήσει την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού. Το ενδεχόμενο να συγκροτηθεί μια κυβέρνηση της αριστεράς στη χώρα μας, αποτελεί ενδεχόμενο που από μόνο του θέτει το θέμα μιας ακόμη μεγαλύτερης και ραγδαίας αλλαγής των ταξικών συσχετισμών, ως και το όριο του να διακυβευτεί η ίδια η ταξική εξουσία. Αντικειμενικά, απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οργανωθεί η μέγιστη αστική πολιτική συγκρότηση και θα ασκηθούν τεράστιες πιέσεις, ώστε η αριστερά να παραμείνει κατακερματισμένη και η όποια ριζοσπαστική έκφραση της να υποκύψει στην αστική διαχείριση και ηγεμονία.


Κόμβος στο ξεδίπλωμα αυτών των αντιθέσεων αποτελεί το θέμα του Ευρώ και τη Ευρωζώνης. Προφανώς μια κατά μέτωπο σύγκρουση της αριστεράς και του λαού με το ληστρικό επαχθές & επαχθές χρέος και το μνημόνιο, διαμορφώνει τις συνθήκες συνολικής αποσταθεροποίησης των αστικών επιλογών. Η έξοδος της χώρα από το Ευρώ αργά ή γρήγορα θα προκύψει, είτε ως επιβεβλημένη διαδικασία μέσα από τη αντιπαράθεση με την ΕΕ, είτε ως η μόνη πολιτική επιλογή που μπορεί να σταματήσει την μετακύλιση της κρίσης στα λαϊκά στρώματα. Είναι αναγκαίο προκειμένου να μην προδοθεί ο λαός, η αριστερά να μπορέσει να κρατήσει το ερώτημα αυτό ανοιχτό και να υπερασπιστεί έμπρακτα τη θέση «ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩ», «ΠΡΩΤΑ Ο ΛΑΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΥΡΩ». Αυτό σημαίνει ότι στο Δίλημμα ‘Λαός ή Ευρώ’ η αριστερά θα κρατήσει το μέρος του χειμαζόμενου λαού και δε θα συνεταιριστεί την αστική πολιτική εξουσία σε μια αντιλαϊκή εκστρατεία διάσωσης του Ευρώ και των συμφερόντων των τραπεζών και του κεφαλαίου.

 Σε αυτό το φόντο, οι εκλογές στις 17 Ιούνη αποκτούν πλέον ιστορική σημασία για την ελληνική κοινωνία. Ο λαός, με τη συμμέτοχη και τη στήριξη της αριστεράς στις εκλογές, είναι δυνατό να διευρύνει το πολιτικό ρήγμα που άνοιξε στην πολιτική του μνημονίου με την προσωρινή αδυναμία του αστικού δικομματισμού να συγκροτήσει κυβέρνηση, επιβάλλοντας μια γενική-ολική αδυναμία συγκρότησης αντιδραστικής κυβέρνησης. Αυτή όμως η λαϊκή και αριστερή νίκη, δηλαδή το μπλοκάρισμα της συγκρότησης μιας κυβέρνησης της αντιδραστικής δεξιάς, μπορεί να γίνει πραγματικότητα μονάχα από μια ριζοσπαστική κυβέρνηση μιας ενωμένης αριστεράς.


Αποτελεί ταξικό, εθνικό και διεθνιστικό καθήκον του ελληνικού λαού και της αριστεράς στην χώρα μας, το πολιτικό μπλοκάρισμα της πολιτικής των μνημονίων και της λιτότητας που επιβάλει η ΕΕ. Η αποδιάρθρωση του αστικού κυβερνητικού συνασπισμού, αποτελεί μια συνθήκη που καθιστά de facto την Ελλάδα σπασμένο κρίκο της ΕΕ και δίνει την δυνατότητα στο να σπάσουν και άλλοι κρίκοι, έως το όριο να διαλυθεί η ΕΕ. Να διαλυθεί αυτό το σιδερένιο νεοφιλελεύθερο κάστρο του καπιταλισμού. Η ελληνική ανυπακοή στην πολιτική του μνημονίου, μπορεί να επιφέρει σεισμική ακολουθία σε όλο το ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα της ΕΕ.


Είναι σαφές πως μια ενδεχόμενη ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της αριστεράς στις επόμενες εκλογές και ειδικότερα μια ενδεχόμενη απώλεια της πολιτικής εξουσίας από την πλευρά του κεφαλαίου, θα οδηγήσει σε μια λυσσαλέα επίθεση στην αριστερά από το σύνολο των μηχανισμών του κράτους (αστικά κόμματα, δημόσιοι οργανισμοί, ΜΜΕ κ.λ.π). Προκειμένου να μπορέσει η αριστερά να διατηρήσει τη μαχητική ριζοσπαστική πολιτική της συγκρότηση, θα πρέπει να μπορεί να στηρίζεται παράλληλα σε μια μετωπική ενότητα των ριζοσπαστικών αριστερών δυνάμεων και στο λαϊκό κίνημα, στους θεσμούς λαϊκής αυτοοργάνωσης, στις λαϊκές συνελεύσεις, στις τοπικές επιτροπές, στα σωματεία, στα πλατιά ενωτικά φοιτητικά σχήματα νεολαίας, στις αριστερές οργανώσεις κ.λ.π.


Στην βάση αυτή (και στον ορίζοντα της τελικής επί του θέματος συνεδρίασης της ΠΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις 20/5/2012) είναι αναγκαίο η πολιτική κατεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τις εκλογές της 17ης Ιούνη να διαπερνάται από τη λογική του αριστερού μετώπου. Σήμερα είναι αναγκαία και δυνατή η συγκρότηση ενός λαϊκού πολιτικού μετώπου με κέντρο την αριστερά και ενός προγράμματος που ορίζεται γύρω από τα σημεία της διαγραφής του χρέους, της εξόδου από το Ευρώ, της εθνικοποίησης των τραπεζών, της αναδιανομής του πλούτου και της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Είναι όμως και από την άλλη σαφές ότι η συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου θα χρειαστεί να περάσει και από πιο αντιφατικές μάχες και επιλογές κοινής δράσης και παρέμβασης. Ιδιαίτερα σήμερα, εν όψει αυτής της ιστορικά σημαντικής εκλογικής μάχης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να πάρει μια σημαντική μετωπική πρωτοβουλία που θα παίξει προωθητικό ρόλο στον αγώνα του λαού. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα μπορεί να απευθύνει κάλεσμα μετωπικής εκλογικής συνεργασίας - συμπαράταξης σε ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ για τη συγκεκριμένη εκλογική μάχη και να ενισχύσει την προσπάθεια του λαϊκού κινήματος για την ήττα των κυβερνήσεων της δεξιάς με την συγκρότηση μιας ριζοσπαστικής κυβέρνησης της αριστεράς, με άμεσους στόχους α) την καταγγελία και ακύρωση του μνημονίου, β) την διαγραφή του επαχθούς & απεχθούς χρέους, γ) την άρθρωση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής με βάση τα συμφέροντα του λαού - το ερώτημα του Ευρώ θα κριθεί εκεί, δ) την εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών επιχειρήσεων (ΟΤΕ, ΔΕΗ, κλπ) ε) την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων και των μισθών, στ) την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών η) την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Οι στόχοι αυτοί ορίζονται σήμερα από τις πρώτες άμεσες προτεραιότητες καθώς και την συνειδητή επιλογή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα να κάνει ένα βήμα προς τη συγκρότηση μιας ευρύτερης ενότητας για τη συγκεκριμένη μάχη των εκλογών γύρω από ένα μάχιμο – αν και όχι ολότελα δικό της - πλαίσιο.


Μια τέτοια πρόταση θα ενισχύσει τις γραμμές της αριστεράς, θα ενδυναμώσει την αυτοπεποίθηση του λαού, θα ενισχύσει τη δυναμική της εκλογικής νίκης. Μια τέτοια διαδικασία θα ριζοσπαστικοποιήσει περαιτέρω το ΣΥΡΙΖΑ και θα κατοχυρώσει την πολιτική δυναμική της δέσμευσης «ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩ», «ΠΡΩΤΑ Ο ΛΑΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΥΡΩ».


Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. και γενικότερα ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν πρέπει σήμερα να απολέσει την πολιτική του αυτοτέλεια και να υποστείλει τη κριτική στους άλλους πόλους της αριστεράς. Αντίθετα είναι ανάγκαία η περαιτέρω ενδυνάμωσης ενός αυτοτελούς αριστερού μετώπου που να προωθεί με μάχιμο τρόπο την προγραμματική θέση της ανάγκης εξόδου από το Ευρώ κα σύγκρουσης με την ευροζώνη.


Αυτή όμως η γενική αναγκαιότητα πρέπει να γειωθεί στην συγκεκριμένη συγκυρία και στην καθοριστική μάχη αυτής της εκλογικής αναμέτρησης, με στόχο το μπλοκάρισμα της συγκρότησης κυβέρνησης του μαύρου μετώπου. Είναι αναγκαία σήμερα, η κατοχύρωση μιας πρώτης σημαντικής νίκης του λαού, η αντικειμενική βελτίωση των θέσεων μάχης του και της αυτοπεποίθησης του. Μια τέτοια διαδικασία εκλογικής συνεργασίας της αριστεράς, θα δώσει τη δυναμική της συγκρότησης ενός μαζικού πλειοψηφικού κοινωνικού μπλοκ δυνάμεων, ικανού να φέρει σε πέρας διαδικασία της ρήξης με την ευρωζώνη και την επανακατοχύρωση του εθνικού νομίσματος, ως αναγκαίο σταθμό σε μια διαδικασία αναδιανομής του πλούτου υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, τη μαχητική υπεράσπιση της εξουσίας της αριστερής κυβέρνησης. Σε αυτή την διαδικασία οι δυνάμεις της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. έχουν να συμβάλουν καθοριστικά.


Σε άλλη περίπτωση μια κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ταυτόχρονα, να προτείνονται και οι αναγκαίοι όροι και προϋποθέσεις για μια μετωπική πολιτική και χωρίς την ταυτόχρονη αναγκαία πολιτική στήριξη του αντιμνημονιακού αγώνα, αντικειμενικά λειτουργεί αποδιαρθρωτικά για την εκλογική μάχη, αφήνει ακάλυπτη τη λαϊκή αγωνία, παραδίδει την προοπτική μια αριστερής κυβέρνησης στην πολιορκία της αστικής ηγεμονίας, αποστερεί από το λαό σημαντικά όπλα για το λαϊκό έλεγχο και την περεταίρω ριζοσπαστικοποίηση μιας ενδεχόμενης αριστερής κυβέρνησης.


Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να πάρουν καθαρή θέση. Στο βαθμό που το ΚΚΕ αρνηθεί την πολιτική συνεργασία στην προοπτική μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, ακόμη και με την δέσμευση όλων των αριστερών δυνάμεων στην προοπτική «ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩ» - «ΠΡΩΤΑ Ο ΛΑΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΥΡΩ», τότε είναι αναγκαίο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προχωρήσει αποφασιστικά σε εκλογική συνεργασία με το ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε ενδεχόμενο η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. σήμερα καλείται να δει τη συγκεκριμένη εκλογική μάχη ως έναν κόμβο του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου, όπου πρώτιστα αξιολογείτε η δυνατότητα μιας πρώτης σημαντικής νίκης και ανατροπής των συσχετισμών προς όφελος του λαού. Στην κατεύθυνση αυτή δεν πρέπει να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο της κριτικής στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ, εκείνου του σχηματισμού δηλαδή ,που δείχνει σήμερα να ηγείται της έκφρασης της λαϊκής αμφισβήτησης. Η επιλογή αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη έκφρασης σκληρής κριτικής στους συναγωνιστές για τις θέσεις τους για το Ευρώ και για τα άλλα σημαντικά θέματα της πολιτικής και ταξικής αναμέτρησης.


Προφανώς μια τέτοια διαδικασία δεν οδηγεί μονάχα σε ένα και μόνο αποτέλεσμα. Στην τελική στιγμή μπορεί ο αντίπαλος να διασπάσει το αριστερό μέτωπο και να ηγεμονεύσει. Υπάρχει όμως και η πιθανότητα ο αναδυόμενος λαϊκός ριζοσπαστισμός να ενισχύει την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του μετώπου. Η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να αποκοπή από αυτήν τη δυναμική και να επενδύσει στο ενδεχόμενο της αναδίπλωσης του ΣΥΡΙΖΑ και της συντριβής των λαϊκών προσδοκιών, όπως φαίνεται ότι κάνει το ΚΚΕ. Άλλωστε μόνο έτσι αλλάζει ο συσχετισμός δύναμης: με αποφασιστικές πολιτικές πρωτοβουλίες, με την ικανότητα να διεισδύει η ριζοσπαστική πολιτική πρόταση και κατεύθυνση της αριστεράς σε ευρύτερες και αντιφατικές κοινωνικές μάζες και να τις αποσπά από το στρατόπεδο του αντιπάλου.


Κανείς δεν δικαιούται σήμερα να λείπει από αυτήν την μάχη και να θεωρεί καταδικασμένη σε αποτυχία την προσπάθεια του λαού να γκρεμίσει την κυβέρνηση του μνημονίου. Καμία επιλογή αυτόνομης εκλογικής καταγραφής δεν μπορεί να έχει έρεισμα στη συνείδηση του αγωνιζόμενου λαού. Αντίθετα, μια τέτοια επιλογή, ενδέχεται να διαρρήξει τις σχέσης εμπιστοσύνης μαζί του.



17-05-2012, Παρέμβαση στο ΠΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.


Αγγελακούδης Κώστας, Αλέξης Κώστας, Αλεξόπουλος Λευτέρης, Αλεξόπουλος Τάκης, Αντωνόπουλος Σταύρος, Αναλαμπιδάκης Μιχάλης, Αποστόλου Μιχάλης, Ατσοπάρδη Κορίνα, Βάσσος Δημήτρης, Βερβέρα Στάθια, Δραγώτης Ευθύμιος, Δρίβας Κωνσταντίνος, Δούνα Ελένη, Ηλιάδης Ηλίας, Ιωάννου Πέτρος, Καλτσάς Αλέκος, Κανελλής Δημήτρης, Καρελάκη Χρύσα, Κούκιος Άγγελος, Κουνινιώτης Δημήτρης, Κουτσιούμπης Γιάννης, Λαμπρόπουλος Λάμπρος, Λίγκας Γιώργος, Μάντζαρης Γιάννης, Μπαγκέρης Μανώλης, Μπαλωτή Εύη, Μπούντας Γιάννης, Νασιοπούλου Ελπίδα, Ξυπολιά Θεοδώρα, Παναγιώτου Μιχάλης Παπαχρήστος Χρήστος, Πασιαλής Γιώργος, Ποδιάς Κώστας, Πολιτάκη Πολύνα, Προκόπη Νατάσα, Σακελαρίου Κώστας, Σερετίδης Χρήστος, Σπηλιωτόπουλος Χρίστος, Σταματόπουλος Κώστας, Σταματόπουλος Χρίστος, Στόμη Παγώνα, Τσακαλάκης Κώστας, Τσεκούρας Λυκούργος, Τσιούρβα Μαρία, Φλωριώτης Αλέξανδρος, Φραγγίσκου Σοφία, Φυλακτίδης Τάσος, Χήτας Λάμπρος, Χήτα Μελίνα, Χριστοδούλου Στέφανος,

Μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ της ΑΡΑΝ και ανεξάρτητοι Αγωνιστές.