Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Ούτε γιουσουφάκια ούτε ναζιστές



Του Σταύρου Χριστακόπουλου από το "ΠΟΝΤΙΚΙ"

Μέσα σε όλα τα προβλήματα που έχει αυτή η κυβέρνηση, πρέπει να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα της αρχόμενης φυλετικής βίας. Στην αρχή ο «Ξένιος Ζευς» φάνηκε... καλή ιδέα για να αποσπαστεί η προσοχή από τα νέα μνημονιακά μέτρα – άλλωστε για μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα ούτε λόγος να γίνεται. Όμως το θέμα αυτό στα απόνερά του άφησε τις επιχειρήσεις αφιονισμένων νεοναζί, οι οποίοι μαχαιρώνουν, δέρνουν, τρομοκρατούν και ενίοτε σκοτώνουν μετανάστες στα τυφλά.

Το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης έκρηξης βίας – στη βάση της αντεκδίκησης – επισημαίνεται από πολλούς επιστήμονες, μεταξύ των οποίων ο καθηγητής και βουλευτής της ΔΗΜΑΡ Γιάννης Πανούσης, οι οποίοι προειδοποιούν για εκτροχιασμό του φαινομένου. Επειδή τα πράγματα μπορεί προσεχώς να δυσκολέψουν πολύ για την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα, μπορεί κανείς να φανταστεί την εικόνα της Ελλάδας να σπαράσσεται από φυλετική βία;

Ούτε ψύλλος στον κόρφο των κυβερνητικών, αν, εκτός από όλα τα άλλα που αναπόφευκτα θα βρουν μπροστά τους – από κοινωνικές αναταραχές λόγω της οικονομικής κρίσης έως επώδυνες αποφάσεις της ευρωζώνης για τη χώρα μας –, έχουν και συγκρούσεις αυτού του είδους.

Σε μερικούς δεξιούληδες της συμφοράς μπορεί ο «κοινωνικός αυτοματισμός» να φαίνεται... καλή ιδέα, όπως προηγουμένως φαινόταν στους «σωτήρες» της ξεφτίλας, αλλά μια πολιτική τερατογένεση πρώτους απ’ όλους θα πλήξει τους ίδιους. Δεν ρωτάνε και τον... Σαρκοζί; Όλο και κάτι θα έχει να τους πει από τα αζήτητα της πολιτικής όπου βρίσκεται...

Παρεμπιπτόντως η Γαλλία είναι έτοιμη να ξαναζήσει μέρες του 2005 (Σαρκοζί, που λέγαμε) καθώς τη Δευτέρα στην πόλη Αμιέν, στη βόρεια Γαλλία, σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια και συμπλοκές μεταξύ 100 νεαρών και της Αστυνομίας. Οι νεαροί πυροβόλησαν αστυνομικούς και πυρπόλησαν αυτοκίνητα, ένα κέντρο νεότητας και ένα νηπιαγωγείο. Και στη Γαλλία βρίσκονται μόνο στην αρχή της δικής τους κρίσης...

 Τέλειο έδαφος για τα παράσιτα

Το μεταναστευτικό αποτελεί πλέον κορυφαίο ζήτημα για τη χώρα μας – για την ακρίβεια εδώ και χρόνια, χωρίς κανείς να το αγγίζει – κι αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το ότι αυτή η χώρα δεν μπορεί και δεν αντέχει να είναι αποθήκη δυστυχισμένων ψυχών σε αυτή την έκταση είναι επίσης αλήθεια.

Το να κάνεις όμως κάθε φορά επικοινωνιακές επιχειρήσεις, χωρίς ουσιαστικό και μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα, τη μια για να σε βλέπουν οι «απέναντι», την άλλη για να αποθαρρύνεις τους επίδοξους «εισβολείς» και την παράλλη για να εκβιάσεις δήθεν τους Ευρωπαίους, οι οποίοι βλέπουν κάτι τέτοιες ανοησίες και σε γράφουν εκεί που δεν πιάνει μελάνι, ούτε πολιτική λέγεται ούτε οτιδήποτε μπορεί να σου προσφέρει.

Δυστυχώς όμως στην Ελλάδα, όπως συνήθως συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα θέματα, συγκρούονται και αυτή τη φορά δύο ακραίες ανοησίες:

Η μία ούτε καν αναγνωρίζει το πρόβλημα και προτιμά να κρύβεται πίσω από την αυτονόητη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να μην χαλάσει το ιδεολογικό της προφίλ. Παραβλέποντας βεβαίως ότι ο υπερπληθυσμός παρανόμως διαβιούντων ανθρώπων είναι πληγή για κάθε χώρα και χρειάζεται αντιμετώπιση.

Η άλλη θεωρεί πως κάθε «σκούρος», αλλόδοξος, αλλόγλωσσος αλλοιώνει το DNA της... φυλής. Και ως εκ τούτου πρέπει να πληρώσει ακόμη και με τη ζωή του.

Και στη μέση οι... άσχετοι, που αδυνατούν να διαχωρίσουν το εθνικό από το εθνικιστικό, την πατρίδα από την καπηλεία της. Με αποτέλεσμα κάθε αναφορά σε αυτούς τους όρους να τους προκαλεί σύγχυση και πονοκέφαλο.

Φυσικά οι δύο κυρίαρχες ανοησίες δεν μπορούν να συγκριθούν σε επίπεδο επικινδυνότητας. Η Ιστορία, αψευδής μάρτυρας, δηλώνει ξεκάθαρα ότι τα ναζιστικά εκτρώματα, όταν εξελιχθούν σε κινήματα, δεν έχουν σταματημό.

Στην Ελλάδα η χρόνια αγνόηση και εγκατάλειψη του προβλήματος απειλεί, εκτός των άλλων, με πλήρη πολιτικό εκτροχιασμό. Κυρίως επειδή η συγκλονιστική οικονομική κρίση και η πλήρης υποδούλωση της χώρας στους δανειστές της από ένα παραδομένο και υποταγμένο σύστημα εξουσίας και τους κολαούζους του βάζει ένα απολύτως πραγματικό και κατεπείγον πρόβλημα όχι μόνο ανεξαρτησίας, αλλά και – σε συνδυασμό με τα εκρηκτικά εθνικά προβλήματα, τα οποία επίσης υποβαθμίζονται ή αγνοούνται συστηματικά – εθνικής επιβίωσης.

Τι καλύτερο μείγμα για τους θαυμαστές του Χίτλερ; Και ποιος να τους εμποδίσει; Απέναντί τους δεν έχουν σοβαρούς αντιπάλους – και, το χειρότερο, το ξέρουν:

● Πολιτικά κόμματα παλαιάς κοπής, διεφθαρμένα, συνυπεύθυνα για την κρίση, τα οποία σήμερα συγκυβερνούν και συνεχίζουν την παράδοση της υποταγής στις απαιτήσεις των ξένων «αφεντικών».

● Αριστερά – σε όλες τις εκδοχές της – η οποία, στο όνομα των δικαιωμάτων, του «διεθνισμού» ή της πολιτικής πολυσυλλεκτικότητας, προτιμά να μην βάζει το χέρι στην πληγή, αγνοώντας ακόμη και τα συμφέροντα της μάζας που θέλει να εκπροσωπεί.

● Κοινωνία η οποία αφενός εδώ και καμιά εβδομηνταριά χρόνια, από την εποχή της Εθνικής Αντίστασης κατά των χιτλερικών – με εξαίρεση ένα διάλειμμα τη δεκαετία του 1960, το οποίο κατεστάλη από τη χούντα –, δεν έχει διεκδικήσει τίποτε ενωμένη και, αφετέρου, βρίσκεται βαθύτατα ενοχοποιημένη εξ αιτίας της ανοχής και της (σε σημαντικό βαθμό) συμμετοχής της στο σύστημα εξουσίας που λήστεψε και χρεοκόπησε τον τόπο.

 «Όλοι μαζί» χάνουμε τη χώρα μας

Προφανώς το «μαζί τα φάγαμε» είναι μια αήθης προπαγανδιστική ανοησία – και το έχουμε πολλάκις εξηγήσει. Σίγουρα όμως «όλοι μαζί» χάνουμε τη χώρα μας και την προοπτική της. Ποιο καλύτερο έδαφος θα μπορούσαν να βρουν τα παράσιτα του νεο-χιτλερισμού για να απλώσουν τις ρίζες τους;

Μια κοινωνία ανίκανη ή αδύναμη να αντισταθεί στον εξανδραποδισμό της, η οποία θεωρεί ότι πρέπει πάντα να αναθέτει σε κάποιους άλλους τη λύση των προβλημάτων της, είναι ιδανική για την ανάπτυξη τέτοιων εξαμβλωμάτων.

Όποιος δηλώνει πατριώτης δεν σημαίνει ότι είναι. Έχουμε ξαναθυμίσει ότι η απώλεια της Κύπρου – η μόνη απώλεια εθνικού εδάφους για τους Έλληνες μετά το 1821 – έγινε επί της φασιστικής χούντας. Κι αυτό ας μην το ξεχνούν όσοι δηλώνουν εύκολα πατριώτες (εντός και εκτός εισαγωγικών) σε αυτή τη χώρα.

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Όπως «όλοι μαζί» χάνουμε τη χώρα μας, έτσι «όλοι μαζί» μπορούμε να την πάρουμε πίσω. Αρκεί να μην αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε όσους την πουλάνε μόνο και μόνο για να επιβιώσουν ως γιουσουφάκια των κατακτητών. Ούτε, επίσης, σε κτήνη που αποτελούν ντροπή για τις έννοιες «Έλληνες» και «ελληνικό» – άλλωστε, στη γερμανική Κατοχή, με την πλευρά των ναζιστών κατακτητών βρέθηκαν και συνήθως ήταν χειρότεροι από δαύτους...