Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Μόνη λύση η αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας



Συνέντευξη του Λεωνίδα Βατικιώτη στον Εργατικό Αγώνα

Όσον αφορά στην τρέχουσα κρίση έχουν διαμορφωθεί τρεις βασικές απόψεις που επιχειρούν να την ερμηνεύσουν:

Η πρώτη αποδίδει τα αίτια της κρίσης στην ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας: οι ρεμούλες, ο υπερδιογκωμένος δημόσιος τομέας, η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, το δημόσιο έλλειμμα και στην πιο τραβηγμένη περίπτωση το ίδιον της ελληνικής φυλής είναι υπεύθυνα για την ελληνική κρίση
.
Η δεύτερη αποδίδει τα αίτια της κρίσης όχι γενικά στον καπιταλισμό αλλά σε μια ειδική μορφή του, τον καζινοκαπιταλισμό. Ο χρηματιστηριακός τζόγος και η απληστία ενός μέρους του κεφαλαίου ευθύνονται για την παγκόσμια κρίση που χαρακτηρίζεται ως χρηματοπιστωτική.

Η τρίτη είναι η μαρξιστική άποψη, στην οποία βέβαια υπάρχουν αποχρώσεις. Σε αυτή την ερμηνεία εμπλέκονται οι έννοιες της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, της υποκατανάλωσης και της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και της κρίσης υπερπαραγωγής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ΜΜΕ και τα αστικά κόμματα αναπαράγουν τις δυο πρώτες απόψεις και κυρίως την πρώτη. Οι συνεχείς και εκτεταμένες αναφορές στο δημόσιο έλλειμμα και στον υπερδιογκωμένο δημόσιο τομέα έχουν μετατραπεί σε αξιώματα στα μυαλά του κόσμου που δύσκολα, για να μην πούμε πολύ δύσκολα, σπάνε. Ως εκ τούτου χρειάζεται επίμονη και διαρκής ιδεολογική δουλειά, για να αρχίσουν να δημιουργούνται κάποια πρώτα ρήγματα στη συνείδηση των εργαζομένων.

Ξεκινάμε, λοιπόν, μια τέτοια προσπάθεια καταθέτοντας τρία ερωτήματα σε οικονομολόγους προκειμένου να έχουμε μια πρώτη «μαγιά» που θα βοηθήσει για έναν ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα.

Για τα ερωτήματα απευθυνθήκαμε σε δυο πανεπιστημιακούς, στον Σταύρο Μαυρουδέα και στο Λεωνίδα Βατικιώτη. Παρουσιάζουμε σήμερα τη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Λεωνίδας  Βατικιώτης, διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών,  καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Varna Free University of Cyprus.

 1)Τι είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος σε ένα κράτος; Πώς δημιουργούνται και τι εκφράζουν; Η Ελλάδα εμφανίζει κάποια ιδιαιτερότητα σε αυτά σχετικά με τα υπόλοιπα καπιταλιστικά κράτη; Γιατί η ΕΕ έχει θέσει σκληρούς στόχους δημοσιονομικής πολιτικής; Ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι υπερδιογκωμένος; Τι λένε τα στοιχεία της Γιούροστατ; Τελικά το έλλειμμα και ο δημόσιος τομέας ευθύνονται για την ελληνική κρίση; Αν η κύρια αιτία είναι άλλη, έχουν παίξει κάποιο ρόλο τα παραπάνω μεγέθη;

Το δημοσιονομικό έλλειμμα δημιουργείται όταν τα δημόσια έσοδα υπολείπονται των αναγκαίων δημοσίων δαπανών, με αποτέλεσμα το κράτος να προβαίνει σε δανεισμό για να καλύψει αυτές τις ανάγκες. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται το δημόσιο χρέος. Κατ’ αντιστοιχία το ιδιωτικό χρέος είναι οι συσσωρευμένες οφειλές ιδιωτικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας έγκειται στο γεγονός ότι το 2010, ακόμη και πριν τις λαθροχειρίες της κυβέρνησης Παπανδρέου με την Eurostat, ήμασταν η μοναδική χώρα της ΕΕ με τόσο μεγάλο δημόσιο έλλειμμα και χρέος.

 Σε αυτό το πλαίσιο η κρίση του 2010 ήταν δημοσιονομική – κάτι άλλωστε που δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο για το ελληνικό κράτος που από τον 19ο αιώνα εσωτερίκευε κάθε καπιταλιστική κρίση ως δημοσιονομική.

Το γεγονός ότι η κρίση εμφανίστηκε ως δημοσιονομική δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι ο ένοχος πρέπει να αναζητηθεί στην πλευρά των δαπανών, δηλαδή στο «σπάταλο κράτος» κατά την προσφιλή ορολογία των νεοφιλελεύθερων.

 Αντίθετα αυτό που αποδεικνύουν τα στοιχεία είναι πως μια ακόμη ιδιαιτερότητα του ελληνικού κράτους έγκειται στα (σχετικά με άλλες χώρες) χαμηλά φορολογικά έσοδα. 

Ειδικότερα μάλιστα, στην Ελλάδα αυτοί που θεσμοθετημένα δεν πληρώνουν φόρους είναι η αστική τάξη απολαμβάνοντας μια από τις χαμηλότερες φορολογίες σε όλη την ΕΕ κι επίσης ήταν τα μικρομεσαία στρώματα, τα οποία όμως πλέον εξαφανίζονται από τον κοινωνικό χάρτη με ρυθμό καταιγιστικό. Από την άλλη οι πλέον ευνοημένοι των κρατικών προϋπολογισμών ήταν σταθερά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες οι ξένοι και εγχώριοι πιστωτές που απομυζούσαν τον κρατικό προϋπολογισμό, κι η αστική τάξη που από το σκάνδαλο των προβληματικών μέχρι το 2004 και τις αθρόες χρηματοδοτήσεις των τραπεζών από το 2008 έχουν τινάξει στον αέρα κάθε δημοσιονομική ισορροπία. 

Αυτό μάλιστα δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα απλώς στην Ελλάδα πάντα το …παρακάνουμε όπως μαρτυρά το γεγονός ότι ενώ από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Οκτώβρη του 2011 οι τράπεζες στην ΕΕ συνολικά επιδοτήθηκαν με 4,5 τρισ. ευρώ (ή το 1/3 του ετήσιου ΑΕΠ) στην Ελλάδα οι επιδοτήσεις τους έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα 203 δισ. (χωρίς να υπολογίζουμε τις ενισχύσεις για ανακεφαλαιοποίηση), ένα ποσό που αντιστοιχεί στο ετήσιο ΑΕΠ.

Κατά συνέπεια η συσσώρευση του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος τα οποία οδήγησαν στην δημοσιονομική κρίση του 2010 δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας γενναίας αναδιανεμητικής πολιτικής που στήριξε την εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα της πόλης και του υπαίθρου. Προήλθε ως αποτέλεσμα της υποφορολόγησης του κεφαλαίου, η οποία ήταν ακρογωνιαίος λίθος των κοινωνικών συμμαχιών του ελληνικού αστικού κράτους όπως δημιουργήθηκε μετά την Πύρεια νίκη του επί του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Η ΕΕ, από την Συνθήκη του Μάαστριχτ ακόμη, ανέδειξε την δημοσιονομική πειθαρχία σε όρο εκ των ων ουκ άνευ της νομισματικής ενοποίησης, παρότι επέτρεψε την ένταξη στην ΟΝΕ κρατών μελών που δεν πληρούσαν τα κριτήρια του 60% και του 3% για το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας έτσι την μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους ως αιχμή του δόρατος της επίθεσης στις μεταπολεμικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Το διακύβε υμα δηλαδή είναι ένα αντεργατικό πραξικόπημα που θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα το «ευρωπαϊκό παράδοξο» του κράτους πρόνοιας και των πληρωμένων διακοπών που απολάμβαναν οι εργάτες…

2)     Με ποιο περιεχόμενο χρησιμοποιείται ο όρος καζινοκαπιταλισμός; Τι είναι το πλασματικό κεφάλαιο; Ποιες πολιτικές δυνάμεις τον χρησιμοποιούν; Γιατί τμήματα του κεφαλαίου έριξαν το βάρος τους στις χρηματιστηριακές δραστηριότητες τα τελευταία χρόνια; Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή καπιταλισμού που μπορεί να διορθωθεί κι έτσι τα όποια προβλήματα να ελαχιστοποιηθούν ή να εξαλειφθούν; Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει παίξει ρόλο στην εκδήλωση της κρίσης και με ποιο τρόπο;

Με τον όρο «καζινοκαπιταλισμός» επιχειρήθηκε να περιγραφεί η υπερτροφική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από την δεκαετία του ’80 και μετά και κυρίως από την δεκαετία του ’90 με αποκορύφωμα την έκρηξη των χρηματιστηριακών τιμών στο γύρισμα της χιλιετίας. «Κλίμα» που αποδόθηκε και αποτυπώθηκε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο από τον όρο του τότε προέδρου της αμερικάνικης ομοσπονδιακής τράπεζας, Άλαν Γκρίνσπαν, παράλογη ευφορία (irrational exuberance). 

Ανεξαρτήτως της ορολογίας που χρησιμοποιήθηκε το αναμφισβήτητο γεγονός είναι η στροφή που πραγματοποιήθηκε από την δευτερογενή παραγωγή κι ειδικότερα την μεταποίηση προς τις υπηρεσίες και ειδικότερα τον αποκαλούμενο τομέα FIRE (finance, insurance, real estate) πρωτευόντως στις ΗΠΑ αλλά και σε όλο τον κόσμο. 

Μπορούμε να πούμε ότι στις θεαματικές αποδόσεις των χρηματιστηρίων στράφηκε το κεφάλαιο για να αντισταθμίσει τις ανεπαρκείς, φθίνουσες αποδόσεις από την παραγωγή

Η στροφή αυτή επιτάθηκε κι από ένα γεγονός ακόμη: Την αυξανόμενη χρήση πιστωτικού χρήματος (μορφή πλασματικού κεφαλαίου) για να καλυφθεί το κενό που άφηνε στην κατανάλωση η λιτότητα, μέσω της μείωσης μισθών και των κοινωνικών παροχών.

Η στροφή αυτή αποτέλεσε μια από τις απαντήσεις που έδωσε το κεφάλαιο στην δομική κρίση της δεκαετίας του ’70 (γνωστή κι ως πετρελαϊκή) που ήταν μια πολύ τυπική κρίση πτώσης του ποσοστού κέρδους. Στην βάση της είχε την αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή την εκμηχάνιση της παραγωγής και την ακόλουθη υποκατάσταση ζωντανής από νεκρή εργασία. Η εγγενής κι όχι συγκυριακή αδυναμία του κεφαλαίου, ως τρόπου παραγωγής, να διαχειριστεί την εκρηκτικά αυξανόμενη παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας είναι εν τέλει η αιτία που οδήγησε στην κρίση του ‘70.

Η σοσιαλδημοκρατία κι ο επίσημος γραφειοκρατικός συνδικαλισμός επιχειρώντας να συγκαλύψουν τις βαθύτερες αιτίες της τρέχουσας κρίσης, ώστε να νομιμοποιηθεί η αναζήτηση αιτιών εντός του σημερινού τρόπου παραγωγής κι όχι σε ρήξη με αυτόν, εστίασαν στην «φούσκα» (υπερτροφική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα) παραβλέποντας τις γενεσιουργές αιτίες της (κρίσης πτώσης ποσοστού κέρδους). Στην πράξη διαχώρισαν την αιτία από το αποτέλεσμα, εστιάζοντας μάλιστα στο επιφαινόμενο. Κι αυτό επιπλέον το έπραξαν εντελώς επιλεκτικά, αφήνοντας για παράδειγμα εκτός εξέτασης (λόγω των υλικών τους εξαρτήσεων από τις Βρυξέλλες) τον ειδικό ρόλο που έπαιξε η ευρωζώνη στην συγκεκριμένη μορφή που εκδηλώθηκε η κρίση. Χωρίς ευρώ και με την παρουσία για παράδειγμα δυνατότητας νομισματικών υποτιμήσεων η κρίση δημοσίου χρέους θα είχε προσλάβει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και δεν θα παράσερνε σήμερα όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφέστατη τάση επιστροφής στα «βασικά»: η αναλογία της παραγωγής αγαθών στο ΑΕΠ αυξάνεται, ο αριθμός των τραπεζών μειώνεται κι οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης επιβραδύνονται, ειδικά στην Ευρώπη, χωρίς όλα αυτά να σημαίνουν πως ο καπιταλισμός που τώρα ανασυγκροτείται θα θυμίζει τον καπιταλισμό των τριάντα μεταπολεμικών «ένδοξων χρόνων». Αυτή η δυναμική αποκαλύπτει τον ρηχό χαρακτήρα εκείνων των αναλύσεων που εντόπιζαν στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα τα σημερινά δεινά: από την ανεργία μέχρι και την πτώση των μισθών, παρότι κανείς δεν αρνείται ότι οι δουλειές στις υπηρεσίες είναι οι πιο κακοπληρωμένες.  Μάρτυρας το γεγονός ότι τα επόμενα χρόνια η σχετική υποχώρηση του «καζινοκαπιταλισμού» θα συνυπάρχει με την σταθεροποίηση της ανεργίας σε πρωτοφανή για τη γενιά μας επίπεδα.



3)  Πώς ερμήνευσε ο Μαρξ την ύπαρξη κρίσεων στον καπιταλισμό; Τι σημαίνει κρίση υπερπαραγωγής και τι υπερυσσώρευση κεφαλαίου; Η υποκατανάλωση είναι μαρξιστική ή κεϋνσιανή θεώρηση; Πώς η σημερινή κρίση ερμηνεύεται με το μαρξιστικό μοντέλο; Ποιο είναι το πολιτικό παρεπόμενο της μαρξιστικής ερμηνείας;

Στην ανάλυσή του ο Μαρξ προσέγγισε με πολύ υλιστικούς και δυναμικούς όρους την καπιταλιστική κρίση εστιάζοντας ακόμη και στην υποκαταναλωτική της διάσταση, από την στιγμή που η πτώση της ζήτησης ήταν ίδιον κάθε κρίσης, μέχρι σήμερα. Η ποιοτική διαφορά της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων βρίσκεται στην ιεράρχηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ως σχέσεων κατ’ εξοχήν επιρρεπών στην κρίση. Δηλαδή ο συγγραφέας του Κεφαλαίου δεν αναζήτησε εξωτερικούς παράγοντες, από τις καιρικές συνθήκες που μπορεί να ευθύνονται για την καταστροφή μιας σοδειάς, μέχρι την ανεπαρκή ζήτηση δηλαδή την ελλιπή κατανάλωση που δεν επιτρέπει στην αφαίρεση της υπεραξίας να πραγματοποιηθεί και να κλείσει έτσι ο κύκλος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, με τον κάτοχο κεφαλαίου να έχει στα χέρια του, στο τέλος της ημέρας, επαυξημένο κεφάλαιο. Ο Μαρξ εστίασε την προσοχή του στις βαθύτερες, αξεπέραστες αντινομίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κι έτσι ανέδειξε την σημασία του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, όπως αναλύθηκε πρωτύτερα, της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, υπό την έννοια της συγκέντρωσης υλικού κεφαλαίου που μένει αναξιοποίητο υπό τις παρούσες συνθήκες και της υπερπαραγωγής εμπορευμάτων, υπό την έννοια της παραγωγής αξιών χρήσης που μένουν τελικά απούλητες.

Τα παραπάνω προφανώς δεν σημαίνουν ότι κάθε κρίση που μπορεί να ξεσπά στον καπιταλισμό είναι καπιταλιστική κρίση, δηλαδή μορφή εκδήλωσης εσωτερικών αντιφάσεων. Κάτι που δεν ισχύει με την σημερινή κρίση, μετάσταση, υποτροπή και επέκταση της κρίσης του ’70. Αρκεί να δούμε πως κανένα μέγεθος τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ή του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μέχρι και το ποσοστό κέρδους, παρά μάλιστα τα χρόνια επίπλαστης ευημερίας που προηγήθηκαν, δεν πλησίασε καν τις επιδόσεις του μεταπολεμικού καπιταλισμού. Κατά συνέπεια το στοίχημα της υπέρβασης της κρίσης για το κεφάλαιο είναι ανοιχτό. Και κρίνεται αυτές τις μέρες (αυτά τα χρόνια καλύτερα, λόγω του ότι μπροστά μας έχουμε μαραθώνιο) στην Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας οι οποίες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επίθεσης του κεφαλαίου.

Η ανατροπή της επίθεσης περνάει μέσα από την αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας που αντιμέτωπες με μια στρατηγικών διαστάσεων πρόκληση (αμφισβήτηση κατακτήσεων ενός ολόκληρου αιώνα!) πρέπει να εργαστούν στην κατεύθυνση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της προβολής του στόχου μιας αταξικής κοινωνίας. Ο στόχος του σοσιαλισμού – κομμουνισμού ωστόσο κινδυνεύει να γίνει καρικατούρα αν δεν συνδεθεί με τα καθήκοντα που βάζει η σημερινή μοναδική κι ανεπανάληπτη συγκυρία κι αν οι πρωτοπόρες κοινωνικές δυνάμεις δεν επιχειρήσουν να λύσουν, με ένα προοδευτικό ιστορικά κι όχι οπισθοδρομικό τρόπο, τις προκλήσεις της σημερινής συγκυρίας: από την επαναφορά ζητημάτων κυριαρχίας με την μεταφορά αρμοδιοτήτων σε εξωχώρια κέντρα (πχ ΕΕ) ή την Γερμανία και την δημιουργία κρατών περιορισμένης κυριαρχίας, μέχρι την επιστροφή του πλέον καθοριστικού, του κοινωνικού ζητήματος στην πιο ωμή του μορφή, ως δηλαδή ζήτημα επιβίωσης της εργατικής τάξης και των κατεστραμμένων μικρομεσαίων στρωμάτων.

Η επαναστατική παράδοση του 20ου αιώνα προφέρει παραδείγματα δημιουργικής σύνδεσης της τακτικής με την στρατηγική, με πιο χαρακτηριστικό το λενινιστικό: «ψωμί, γη, ειρήνη». Σήμερα, ένας αντίστοιχοι στόχοι δεν μπορούν να μην περιλαμβάνουν το αίτημα παύσης πληρωμών και διαγραφής του χρέους, έξοδο από ευρώ και ΕΕ, εθνικοποίηση των τραπεζών, αυξήσεις σε μισθούς, κ.α.