Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Η αθλιότητα του κομματικού παραταξιακού συνδικαλισμού*


Είναι κοινό μυστικό ότι μέσα στη σημερινή ελληνική  κοινωνία η απήχηση που έχει το λεγόμενο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα είναι μηδαμινή.
Είναι επίσης κοινό μυστικό ότι η απήχηση του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος  στους εργατικούς χώρους έχει συρρικνωθεί  και αφορά κυρίως στο επίπεδο των δημοσίων υπαλλήλων και εκείνων των ΔΕΚΟ , ενώ η συμμετοχή και ένταξη των εργαζομένων στο ιδιωτικό τομέα στις αντίστοιχες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι σε τραγικά χαμηλά επίπεδα.
 Στην ουσία αυτό που ονομάζουμε σήμερα οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα πρόκειται για ένα άθροισμα μιας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας , μιας κάστας μελών των διαφόρων κομματικών οργανώσεων που πατρονάρουν και βρίσκονται πίσω από τις λεγόμενες συνδικαλιστικές παρατάξεις και ένα μικρό κύκλο «επιρροών» τους.
Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι.
Ο συνδικαλισμός, μέχρι το όχι και τόσο μακρινό μας παρελθόν, φαινόταν σε όλους ως η φυσιολογική και μοναδική πραγματική προστασία για τον εργαζόμενο έναντι των όποιων διαθέσεων των εργοδοτών και του κράτους, με λογικό αποτέλεσμα την όλο και μαζικότερη εκπροσώπηση και συμμετοχή στα συνδικαλιστικά όργανα. Τα τελευταία  όμως τριάντα χρόνια, παρατηρήθηκε κάθετη πτώση στη συμμετοχή και το ενδιαφέρον του κόσμου, αλλά και πλήρης απαξίωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών στα μάτια εκείνων τους οποίους εκπροσωπούν.
Η παρακμή αυτή του συνδικαλιστικού κινήματος υπήρξε απόρροια της όσμωσης των συνδικαλιστικών ηγεσιών με τον σκληρό πυρήνα των κομματικών μηχανισμών, οι οποίοι μάλιστα κατά καιρούς κυβερνούν. Από τη στιγμή που  οι εργαζόμενοι έπαψαν να εκλέγουν απλά τους συλλογικούς τους εκπροσώπους και άρχισαν να ψηφίζουν και στον αυτόνομο αυτό χώρο, με κομματικό κριτήριο, ηγεσίες χρισθείσες από κομματικούς μηχανισμούς, η υποχρέωση πίστης που οφείλουν οι συνδικαλιστές μετατοπίστηκε από τους συναδέλφους τους στους μηχανισμούς που τους ανέδειξαν, πίστη που αργότερα θα εξαργυρωθεί  για αρκετούς από αυτούς με μια θέση βουλευτή ή, γιατί όχι, και υπουργού ή στην χειρότερη περίπτωση με την επαγγελματική εξασφάλιση χάρη στα χρήματα που κατευθύνει το κόμμα ή, ακόμα καλύτερα, ο ανεξάντλητος για κάτι τέτοια κρατικός κορβανάς. Ονόματα και παραδείγματα περιττεύουν, αφού η Βουλή των Ελλήνων βρίθει από πρώην συνδικαλιστές.
Με τέτοιες συνθήκες κομματικής ζύμωσης είναι ευνόητο ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και η προστασία του βιοτικού τους επιπέδου , δεν υπήρξε ακριβώς η πρώτη προτεραιότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών, με τελική αλλά αναπόφευκτη συνέπεια την συνεχή υποβάθμιση του εργασιακού περιβάλλοντος και του βιοτικού μας επιπέδου.
Για του λόγου το αληθές δεν έχετε παρά να παρακολουθήσετε  τις στάσεις των συνδικαλιστικών παρατάξεων ιδιαίτερα των καθοδηγούμενων από τα δυο μεγάλα κόμματα (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) στην εναλλαγή των ρόλων τους , σαν πυλώνες του κυβερνητικού εργοδοτικού  συνδικαλισμού.
Έχουμε λοιπόν σήμερα ένα πλήρως πατροναρισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, κομματικά «ταγμένο»  αλλά και διαιρεμένο, όπου τα επί μέρους  οργανωμένα τμήματά του (συνδικαλιστικές παρατάξεις , μέτωπα= ψευδώνυμα των κομματικών οργανώσεων) χρησιμεύουν αφ' ενός για την αλληλοεξουδετέρωσή τους και τελικά κατ' επέκταση στην εξουδετέρωση αυτού του επικίνδυνου για την πολιτική ελίτ κοινωνικού όπλου και αφ' ετέρου χρησιμεύουν ως μέσα πάλης μεταξύ των διαφόρων φατριών της πολιτικής ολιγαρχίας.
Έχουμε ένα συνδικαλιστικό κίνημα που αδυνατεί να συλλάβει τις αλλαγές που γίνονται στην παγκόσμια κοινωνία, στην παγκόσμια οικονομία, που αδυνατεί διανοητικά να συλλάβει αλλά και να επεξεργαστεί  σαν μια ολότητα τις συνολικές ανάγκες(υλικές και μη)  της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αδυνατεί να ενώσει και να εκφράσει σε ένα ανώτερο επίπεδο τα επί μέρους κλαδικά συμφέροντα των εργαζομένων.
 Γι αυτό και οι όποιοι αγώνες ξεσπούν έχουν  έντονο το πρωτόγονο  συντεχνιακό στοιχείο.  Αδυνατούν να συγκινήσουν ευρύτερες κοινωνικές μάζες, πολλές φορές μάλιστα συναντούν και την εχθρότητα της κοινωνίας. Γι αυτό και στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτοί οι αγώνες δεν φέρνουν αποτελέσματα, επιφέροντας ακόμα μεγαλύτερο κλίμα ηττοπάθειας στις τάξεις των εργαζομένων. ‘Άρα και βάθεμα της  συνδικαλιστικής απαξίωσης.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα διαμορφώνεται αργά , βασανιστικά , με «ένα βήμα εμπρός και δυο βήματα πίσω» αλλά σταθερά -αν και ακόμα σε εμβρυική μορφή- η ανάγκη να αναστραφεί αυτή η κατάσταση. Η ανάγκη να γίνει η μεγάλη υπέρβαση και οι εργαζόμενοι να περάσουν από την εποχή της ανάθεσης της στήριξης και υποστήριξης των δικαιωμάτων και των συμφερόντων τους σε ένα στενό κύκλο γραφειοκρατών-κομματικών επιτετραμμένων,   στην εποχή που οι ίδιοι μέσα από ανοιχτές και μαζικές διαδικασίες βάσης (γενικές συνελεύσεις) θα αποφασίζουν για την τύχη τους, για το μέλλον τους, για τα δικαιώματά  τους  και οι ίδιοι θα υλοποιούν τις αποφάσεις τους. Στην εποχή που μέσα από τη συνδικαλιστική τους οργάνωση, την οποία  θα θεωρούν δυναμική προέκταση της ύπαρξής τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι, θα  θέλουν και θα επιδιώκουν, όχι μόνο την καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής τους και των συνθηκών της εργασίας τους, αλλά και την κοινωνική ολοκλήρωσή τους.
Αργά, βασανιστικά αλλά σταθερά ανατέλλει η εποχή ενός νέου εργατικού κινήματος που θα εκφράσει στην ολότητά τους τις ανάγκες του εργαζόμενου ανθρώπου, που οι διεκδικήσεις του θα είναι σε αρμονία και αντιστοίχιση με τις ανάγκες της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας.
Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο κίνημα δεν θα έχει καμιά σχέση με τις σύγχρονες μορφές του εργατοπατερισμού της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και των δευτεροβάθμιων ομοσπονδιών ,δεν θα έχει καμιά σχέση με καλά κομματικά περιχαρακωμένα ( μη φύγουν τα πρόβατα από τη στάνη) εργατικά μέτωπα.

*Αφιερωμένο στις αθλιότητες της σύγχρονης συνδικαλιστικής κομματικής και παραταξιακής  γραφειοκρατίας ,που δεν κατόρθωσε να πάρει ούτε μια  ενωτική απόφαση  απεργιακής κινητοποίησης  μπροστά στη κατάθεση ενός από τους πιο άγρια αντιλαϊκούς προϋπολογισμούς της μεταπολιτευτικής ιστορίας, μπροστά στην επαπειλούμενη ολοκληρωτική σάρωση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Φτου ,να μη τους ματιάσουμε!