Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Θέλω μια μέρα


Θέλω μια μέρα ρε γαμώτο, θέλω μια μέρα να βγω στο δρόμο και νάναι όλα αλλιώς. Να βαδίσω προς το κέντρο της πόλης και νάναι η πρώτη μέρα της ζωής και της άνοιξης.
Νάχει απεργία γενική κι όλοι νά' ρχονται με τα πόδια ή με επιταγμένα λεωφορεία που περνάνε γεμάτα σημαίες και συνθήματα κι από μέσα ν' ακούγονται τραγούδια.
Θέλω οι άνθρωποι στο δρόμο ν' αγκαλιάζονται κι ας μήν ξέρουνε ο ένας τον άλλο. Να κοιτιούνται στα μάτια μ' ανοιχτή καρδιά, χωρίς φόβο, χωρίς ντροπές κι ενοχές, γυμνοί σαν παιδιά που ετοιμάζονται ν' αρχίσουνε παιχνίδι απ' την αρχή με μια κουρελόμπαλα!
Θέλω να δω την πόλη μου ξανά λουσμένη στον ήλιο και τα παιδιά να τρέχουν στις πλατείες αγκαλιά με τα πολύτιμά τους τίποτα, τις φαντασίες και τα θαύματά τους.
Ν' ακούσω γέλια από παντού, να δω να σηκώνουν οι άνθρωποι ξανά κεφάλι στον ουρανό και να κοιτάνε κατάματα το γαλάζιο.
Να βγαίνουνε οι γέροι στην εξώπορτα, να χαιρετάνε και να λένε "Επιτέλους ! Νάχα άλλα 10-20 χρονάκια να το δώ..."
Στο πεζοδρόμιο το μεσημέρι να μοιράζουν το φαΐ που μαγειρέψανε οι επιτροπές, με τ' αγροτικά προϊόντα που ήρθανε από τα χωριά πρωί-πρωί, κι ο καθένας να κουβαλάει μαζί του το κρασί του, την τσικουδιά , το κουράγιο και την πίστη του.
Η τηλεόραση νάναι κλειστή κι οι αστέρες της να ξαναμπαίνουν στη μαχητική δημοσιογραφία σαν αρχάριοι, με ρεπορτάζ για το πως θα πάμε στο αύριο η γιατί δεν περπατάει το θέμα με το τάδε νέο φάρμακο ή που κρύψανε τόσο πλούτο αυτοί που φύγανε τρέχοντας χτες.
Θέλω ν' ακούσω στο ραδιόφωνο καινούργιες μουσικές, αυτές που είχανε μείνει κλειδωμένες στα συρτάρια, από τα "παιδιά" τ' αληθινά του Θοδωράκη, του Χατζηδάκη του Τσιτσάνη και των άλλων ξεχασμένων που μας τα λέγανε παλιά.
Αλλά θέλω τώρα. Όχι μακροπρόθεσμα ...
Θέλω στις γωνιές να δώ χάρτες και πλάνα απλωμένα και τους εργάτες να σχεδιάζουν φωναχτά την παραγωγή των αυτοδιαχειριζόμενων εργοστάσιων που εγκαταλείψανε οι ληστές, αφού δεν ήτανε δικά τους.Να τσακώνονται, να διαφωνούν, να φωνάζουν, κι ύστερα να ενώνουνε χέρια και να γεμίζει η μέρα φως και ρεύμα.
Θέλω να γίνει ο κόσμος απλός, αλλά δικός μας. Χωρίς γυαλιστερά υπερκτίρια, γκλαμουράτα εμπορικά κέντρα και SUV 5000 κυβικών, αλλά με τα αναγκαία να υπάρχουνε για όλους! Και νάχει παντού βιβλία και χαρτιά, μολύβια, πληκτρολόγια κι οθόνες ανοιχτές στο αύριο , στο καινούργιο, στο αδοκίμαστο !
Και στα σχολεία να έρχονται ο Κολοκοτρώνης κι ο Μακρυγιάννης κι ύστερα ο Βάρναλης, ο Μπελογιάννης, ο Γλέζος κι ο Λαμπράκης και να κάνουν μαθήματα ελευθερίας κι ανεξαρτησίας.
Και ν' ανοίγουνε οι πόρτες τους γιά όλους και να πηγαίνουμε ξανά στην πρώτη δημοτικού να μάθουμε το καινούργιο αλφάβητο. Και με το Α κεφαλαίο να γράψουμε στον πίνακα την πρώτη λέξη ΑΓΑΠΗ.Γιατί "Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΑΜΕΣΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ" που έλεγε κι ο Μπρεχτ!
Κι οι ποιητές να μην έχουν πια με τι να κλάψουν κι απλά να αφήνουν την καρδιά τους κάτω, σα λαδιά να απλώνει και σαν έρωτας παντού.
Θέλω να γεμίσουνε οι δρόμοι κύκλους, να μπαίνουν όλοι στο χορό, ο ένας πάνω στον άλλο.Να σπρώχνονται, να σφίγγουνε χέρια και να πονάνε απ' τη χαρά.., και να λένε "Πιστεύουμε στο αδύνατο", "Μπορούμε" η "Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΗ ΑΛΗΘΕΙΑ".
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ!
Εδώ ειν' ο σπόρος εδώ και το χώμα.
Εδώ τα χέρια, τα μυαλά και τα κορμιά.
Εδώ μπροστά μπροστά είναι η αγάπη, εδώ κι η ανάγκη.
Εδώ οι εργάτες, οι αγρότες, οι επιστήμονες κι οι καλλιτέχνες.
Εδώ το φθινόπωρο, η άνοιξη , το καλοκαίρι κι ο χειμώνας πίσω να μακραίνει.
Εδώ ο σκοτεινός ουρανός, εδώ τ' αστέρια και τα φεγγάρια του, ο ήλιος κι οι πολύχρωμοι γαλαξίες.
Εδώ η "αλγηδόνα" αλλά εδώ κι η "ευφροσύνη' που θάλεγε κι ο ποιητής.
Εδώ ο Θεός εδώ κι εμείς! Γιατί εκεί μέσα στο εμείς είναι κρυμμένος και δεν τονε βλέπουμε!

Κι ύστερα θέλω μόλις βραδιάσει, ν' ανάψουνε παντού οι φωτιές και να στηθούνε γλέντια. Ετσι με το τίποτα! Κι οι φοιτητές να συζητάνε στα Προπύλαια για το πιο είναι το κυρίαρχο και πώς θα προχωρήσει το πράγμα. Και το κυρίαρχο να είναι εκεί μπροστά μας, στη στιγμή! Να πίνουνε όλοι να γλεντούν και να ερωτεύονται. Να παίζουνε οι μπάντες λαϊκά και ρόκ, και αυτοσχέδια χιπ-χοπ νά ακούγονται από γύρω.
Κι εγώ να πάρω την κιθάρα, να κάτσω κάτω στο τσιμέντο, να τραγουδάω ως το πρωί, μέχρι να κλείσουν οι φωνές και να τα λέμε τα τραγούδια με τα μάτια σαν τους τρελούς.
Κι ο Θεός αν υπάρχει, να στήνει αυτί και να χαίρεται, που βρήκαμε το δρόμο τελικά και δεν θάχουμε ανάγκη προσευχές για να βρισκόμαστε.
Αλλά είπαμε. Θέλω τώρα, όχι μακροπρόθεσμα τότε που όλοι θάμαστε νεκροί. Και τα μακροπρόθεσμα πλάνα και τις σωτηρίες τους ας τις βάλουν εκεί που ξέρουν επιτέλους.
.                     .               γιώργος σαρρής.            .