Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Και επισήμως σε ύφεση εισήλθε η ευρωζώνη




ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ Η ΑΣΤΑΘΕΙΑ

Η πρώτη ματιά στην ευρωπαϊκή οικονομία δίνει μια εικόνα εκτόνωσης της κρίσης: 
  • Η αποσταθεροποιητική φυγή κεφαλαίων στις χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κρίσης (Ελλάδα, Ισπανία) έχει κοπάσει ή ακόμη έχει αναστραφεί. 
  • Το κόστος δανεισμού στις χώρες που λόγω των μεγεθών τους (Ιταλία, Ισπανία) απειλούσαν να οδηγήσουν στον γκρεμό το ευρωπαϊκό ειδικό όχημα δανεισμού έχει απομακρυνθεί από την ζώνη κινδύνου λόγω της απόφασης της ΕΚΤ να παρέμβει στην δευτερογενή αγορά ομολόγων αν και όποτε παραστεί ανάγκη. 
  • Επίσης, πολύ πιο σημαντικό, ο κίνδυνος εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ έχει πάψει να αποτελεί άμεση επιλογή για την Γερμανία, από τη στιγμή που επικράτησαν πιο ψύχραιμες φωνές οι οποίες έκριναν ότι κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει που θα σταματούσε το ντόμινο που θα ενεργοποιούταν. 

Ως αποτέλεσμα η σημερινή εικόνα δεν θυμίζει τις απρόβλεπτες εξελίξεις που δέσποζαν το 2011 και τα χειρότερα φαίνεται να βρίσκονται στο παρελθόν.

Η πραγματικότητα ωστόσο είναι τελείως διαφορετική και προσδιορίζεται από τις εξελίξεις στην πραγματική λεγόμενη οικονομία, που καθορίζει τις εξελίξεις στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και τα περιθώρια των επιλογών. 
Ειδικότερα, από το πέρασμα της ευρωζώνης στην ύφεση, λόγω των μέτρων λιτότητας, και τυπικά πλέον μετά την καταγραφή αρνητικών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ για δεύτερο συνεχές τρίμηνο, το δεύτερο τρίμηνο (Απρίλιος – Ιούνιος) του 2012, που μειώθηκε κατά 0,2%, όταν το πρώτο τρίμηνο είχε επίσης μειωθεί κατά 0,1%. 
Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι η οικονομία στη ζώνη του ευρώ βρίσκεται για τέταρτο τρίμηνο, επί ένα έτος δηλαδή, στη ζώνη της μηδενικής μεγέθυνσης. Και πριν δηλαδή από τα δύο αυτά τρίμηνα οι ρυθμοί μεγέθυνσης κάθε άλλο παρά θεαματικοί ήταν… 
Εξετάζοντας άλλους κοινωνικούς δείκτες όπως η ανεργία, η κατάσταση είναι επίσης κρίσιμη, όπως δείχνει η αύξηση της στο 11,6% αφήνοντας πλέον εκτός εργασίας περισσότερους από 26 εκ. εργαζόμενους.

Το ποιοτικό στοιχείο της ύφεσης της ευρωζώνης έγκειται πλέον στο ότι ανεβαίνει όλο και πιο βόρεια, παύοντας να πλήττει μόνο τις περιφερειακές και τις νότιες χώρες. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η Ολλανδία που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται απότομα κατά 1,1%, όταν το προηγούμενο τρίμηνο είχε αυξηθεί κατά 0,1%. 
Άλλο παράδειγμα εξάπλωσης της κρίσης είναι η υποβάθμιση της Γαλλίας την Δευτέρα από τον οίκο αξιολόγησης Μούντι’ς κατά μία μονάδα. Η απώλεια της ανώτερης βαθμολογίας που απολάμβανε η Γαλλία υπενθυμίζει πως δεν είναι μόνο τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια του ευρώ (0,75%) που δένουν τα χέρια των νομισματικών αρχών. Είναι επίσης κι οι κίνδυνοι που γεννιούνται για την αξιολόγηση του προσωρινού (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) και του μόνιμου (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) χρηματοδοτικού μηχανισμού καθώς η βαθμολογία τους εξαρτάται από την βαθμολογία των ισχυρών κρατών. Η αναμενόμενη υποβάθμισή του θα σημάνει υψηλότερο κόστος δανεισμού και λιγότερα διαθέσιμα κεφάλαια για τις επόμενες επιχειρήσεις «διάσωσης» που δεν θα αργήσουν, με αποτέλεσμα ελλείψει ακόμη κι αυτών των χρηματοδοτικών εργαλείων να αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης πολύ πιο βίαιων κρισιακών φαινομένων, με ολέθριες κοινωνικές επιπτώσεις.

Η χορήγηση της αναμενόμενης δόσης ύψους 31 δισ. ευρώ (και μαζί με τις επόμενες 44 δισ.) θα αυξήσει ξανά το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Γι’ αυτό τον λόγο η είσπραξή της θα αποδειχθεί καταστρεπτική για τα δημόσια οικονομικά και τους φορολογούμενους. Οι μόνοι που θα ωφεληθούν θα είναι οι πιστωτές και οι Γερμανοί μιας και με αυτά τα χρήματα θα ενισχυθούν οι τράπεζες τις οποίες σε λίγα χρόνια θα αγοράσουν έναντι συμβολικού τιμήματος.

Ένοχη σιωπή από τα μνημονιακά ΜΜΕ για την αύξηση του δημόσιου χρέους όσο διαρκεί η “διάσωση”

Η απροθυμία των Ευρωπαίων και του ΔΝΤ να δώσουν το πράσινο φως για την εκταμίευση της δόσης στα δύο προηγούμενα συμβούλια υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης και η παραπομπή του θέματος σε ειδική συνεδρίαση αύριο, Δευτέρα, δεν μπορεί να ειδωθεί ανεξάρτητα από την προοπτική επιδείνωσης της κρίσης.

 Άμεσα ωστόσο τα εμπόδια που έπρεπε να λυθούν ήταν δύο πολύ πιο συγκεκριμένα.
Το πρώτο σχετιζόταν με την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που δημιουργεί η απόφαση των υπουργών στο πρώτο συμβούλιο να δεχθούν την επιμήκυνση κατά δύο χρόνια των στόχων του διαρθρωτικού προγράμματος. Η απόφασή τους προφανώς δεν είχε καμιά σχέση με όσα καθησυχαστικά ακούστηκαν για κατανόηση από την μεριά των εταίρων μας των θυσιών του ελληνικού λαού. Αποδέχτηκαν να μετατεθεί κατά δύο χρόνια ο στόχος μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος λόγω του ότι ήταν πλήρως ενήμεροι για τις αστοχίες που κατ’ επανάληψη παρατηρούνται στην υλοποίηση του προγράμματος. Δεν μας έκαναν χάρη, με άλλα λόγια, απλώς αναγνώρισαν τον ανεδαφικό χαρακτήρα των στόχων που είχαν επιβάλλει. Το χρηματοδοτικό κενό σε ό,τι αφορά την διετία 2012-2014 ανέρχεται σε 14 δισ. ευρώ και την επόμενη διετία 2015-2016 σε 18 δισ. Η δυσκολία δε, προκύπτει από το γεγονός ότι κανείς από τους υπόλοιπους ευρωπαίους δεν θέλει να βάλει το χέρι στην τσέπη, με αποτέλεσμα οι λύσεις που αναζητούνται να κινούνται στη σφαίρα των «δημιουργικών οικονομικών». Ειρήσθω εν παρόδω, την απροθυμία τους να χρηματοδοτήσουν το κενό που προκαλεί η δική τους αποτυχία την καλύπτουν με το επιχείρημα ότι έτσι θα αυξανόταν το δημόσιο χρέος και θα οδηγούταν σε μη βιώσιμα επίπεδα. Στην ίδια σφαίρα των «δημιουργικών οικονομικών» κινούνται και οι λύσεις για την μείωση του δημόσιου χρέους έτσι ώστε να πέσει κάτω από το επίπεδο του 120% του ΑΕΠ το 2020 (ή κάπου εκεί κοντά) και να συνεχιστεί απρόσκοπτα η συμμετοχή του ΔΝΤ. Επί της ουσίας τώρα, άγνωστο παραμένει τόσο το γιατί να θεωρείται όριο βιωσιμότητας το 120% – που είναι σε κάθε περίπτωση πολύ υψηλό – κι όχι για παράδειγμα το 60% ή το πολύ το 80%, όσο και το χρονικό ορόσημο του 2020. Πρόκειται προφανώς για αυθαιρεσία. Δεν είναι δυνατό να θεωρείται φυσιολογική η εκτόξευση του δημόσιου χρέους στο 189% το 2014 και να συγκρούονται Ευρωπαίοι και ΔΝΤ για το αν το δημόσιο χρέος θα είναι στο 120% ή το 124% του ΑΕΠ μετά από οκτώ χρόνια, τη στιγμή μάλιστα που αποτυγχάνουν συστηματικά και παταγωδώς σε πιο απλές και βραχυπρόθεσμες προβλέψεις, όπως είναι για παράδειγμα η πορεία του ΑΕΠ ή της ανεργίας τον επόμενο χρόνο…

Η δεινή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών στον παρόντα χρόνο, που προκάλεσε την ανάγκη μετάθεσης κατά δύο χρόνια του στόχου μείωσης του ελλείμματος φάνηκε και στα στοιχεία που δόθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα για την πορεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού το πρώτο δεκάμηνο του έτους. 
Ο φιλομνημονιακός Τύπος, για παράδειγμα η Καθημερινή, αυτό που είδαν ήταν πως το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε στο 1,1 δισ. ευρώ. Δηλαδή πολύ πιο χαμηλά, στα μισά για την ακρίβεια επίπεδα, από τον στόχο που είχε τεθεί (2,2 δισ. ευρώ). Πρόκειται για μια εικόνα επίπλαστη, που απέχει σημαντικά από την αλήθεια. Για να δημιουργηθεί αυτή η εντύπωση οι δαπάνες του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων κινήθηκαν πολύ πιο χαμηλά από τους στόχους (3,28 δισ. ευρώ έναντι 3,8). Δεν καταβλήθηκε δηλαδή μισό δισ. ευρώ για να μπορούν να εξαπατούν τον κόσμο. Επίσης οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους προς τους προμηθευτές του συνέχισαν να αυξάνονται φτάνοντας το εννιάμηνο τα 8,2 δισ. ευρώ. Από την άλλη, στο σκέλος των εσόδων εμφανίστηκαν αυξημένες κατά μισό δισ. ευρώ εισπράξεις που όλες είναι έκτακτες και μη επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα. Έτσι προέκυψε το 1 δισ. 

Τα μεγέθη ωστόσο από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού αποκαλύπτουν μια άλλη, οδυνηρή πραγματικότητα σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό σύστημα. Ειδικότερα με βάση τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αυτούς τους δέκα μήνες το ΤΑΠ – ΟΤΕ έχει εκταμιεύσει το 92,7% των ετήσιων κονδυλίων που του αντιστοιχούν, το ΙΚΑ το 92,1%, ο ΟΓΑ το 91,4%, το ΝΑΤ το 91%, ο ΕΟΠΥΥ το 88,3%. 

Από αυτήν την εξέλιξη δύο συμπεράσματα προκύπτουν. 
  • Πρώτο, ότι τα κονδύλια που έχουν αναγραφεί είναι σημαντικά υποδεέστερα των αναγκαίων και 
  • δεύτερο ότι άμεσα ή θα απαιτηθούν επιπλέον χρηματοδοτήσεις για να καλυφθεί το κενό που δημιουργείται το χρονικό διάστημα μέχρι να κλείσει το έτος ή, αν αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο – που είναι πιθανό – , τότε θα γίνουν νέες περικοπές δαπανών ώστε το κενό στα ασφαλιστικά ταμεία να καλυφθεί με εσωτερική αναδιάταξη κονδυλίων. 


Η επιμήκυνση επομένως που εγκρίθηκε έρχεται να διευκολύνει ανάλογες προσαρμογές επί το ρεαλιστικότερο. Παρότι όμως ακόμη δεν έχει βρεθεί λύση για τον τρόπο κάλυψης αυτού του κενού, η διαχείρισή του αποδείχθηκε πολύ πιο απλή, σε σχέση με το χρέος.

Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι αυτή τη στιγμή, όσο δηλαδή δεν έρχεται στην Ελλάδα η δόση των 31,5 δισ. ευρώ που μαζί με τις επόμενες θα φτάσει τα 44 δισ., το δημόσιο χρέος καταγράφει …ιστορικά χαμηλά. Με βάση στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου το εννιάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2012 το δημόσιο χρέος έφτασε τα 303,5 δισ. ευρώ ή 156% του ΑΕΠ, εξ αιτίας της πρόσκαιρης μείωσης που επέφερε η αναδιάρθρωση του Μαρτίου, όταν ένα χρόνο πριν, δηλαδή το 2011, το δημόσιο χρέος ήταν 360,3 δισ. 

Ωστόσο η δόση των 31 δισ. ευρώ δυστυχώς θα έρθει και μάλιστα επαυξημένη στα 44 δισ. Γιατί να χάσει η Γερμανία αυτή την μοναδική ευκαιρία να μας φεσώσει με το 25% σχεδόν του ΑΕΠ, αναλαμβάνοντας εμείς, οι φορολογούμενοι της Ελλάδας, το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, ώστε στη συνέχεια να της αγοράσει η Ντόιτσε Μπανκ έναντι ούτε καν ενός πινακίου φακής; Πολύ πιθανά έναντι 1 μόνο ευρώ, εκεί δηλαδή που ανήλθαν και οι προσφορές για την Εμπορική Τράπεζα από τους υποψήφιους αγοραστές της… Δεν καθορίστηκαν τυχαία τόσο σκληροί για τους έλληνες αστούς οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών… Έτσι, μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα τριών το πολύ πέντε ετών κι αφού πρώτα θα έχουμε φορτωθεί το κόστος ανακεφαλαιοποίησης τους κι επίσης αφού πρώτα οι ελληνικές τράπεζες θα έχουν στεγνώσει την αγορά με αυξήσεις κεφαλαίου, θα βρεθούν στα χέρια των Γερμανών, φέρνοντας με αυτό τον τρόπο και πιο κοντά την συζητούμενη «τραπεζική ένωση» στο πλαίσιο της ΕΕ.

Η είσπραξη της δόσης των 31 ή 44 δισ. ευρώ θα οξύνει την υπαρκτή δημοσιονομική κρίση, που τέθηκε εκτός ελέγχου με ευθύνη των δανειστών, όπως βεβαιώνουν οι προβλέψεις για την πορεία του δημόσιου χρέους οι οποίες περιλαμβάνονται στο προσχέδιο της έκθεσης της Τρόικας: 176,7% του ΑΕΠ για φέτος, 188,3% το 2013, 188,9% το 2014, κοκ. Κι εδώ η υποκρισία των μέσων ενημέρωσης και των οπαδών της δημοσιονομικής σταθερότητας απέναντι στον υπό εξέλιξη δημοσιονομικό εκτροχιασμό ανταγωνίζεται (…ελεύθερα) με την υποκρισία που έδειξαν απέναντι στον 22χρονο βομβιστή της Χρυσής Αυγής από τον Βόλο, που έναντι ενός μεροκάματου αναλάμβανε από την εγκληματική συμμορία να βγάζει σε πέρας βρόμικες δουλειές, όπως εμπρησμούς τζαμιών… Ούτε μονόστηλο! Αντίθετα με τα στρέμματα αρθρογραφίας και τα κροκοδείλια επί της οθόνης δάκρυα που αφιέρωναν όταν η αύξηση του δημόσιου χρέους αποδιδόταν στην καλοπέραση των συνταξιούχων και καλούταν να δικαιολογήσει την επιβολή των μνημονίων, τώρα, η αύξηση του δημόσιου χρέους από το 2009 κατά το ήμισυ (129% του ΑΕΠ ήταν μετά και 115% ήταν πριν την δημιουργική στατιστική που έτυχε ακόμη και δικαστικής διερεύνησης), θεωρείται σχεδόν φυσιολογική και ουδόλως ανησυχητική για τις …επόμενες γενιές.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο εντός της Ελλάδας με τα πλήρως υποταγμένα στην διαπλοκή και την Τρόικα Μέσα Ενημέρωσης, αλλά και εκτός. 

Έτσι, η σπαζοκεφαλιά που προσπαθούν να λύσουν στο συμβούλιο υπουργών Οικονομικών πρωτίστως έχει να κάνει με τις αντιρρήσεις του ΔΝΤ, που θέλει με κάθε τρόπο να μπορεί να επιδείξει στα μέλη του την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έστω και μετά από οκτώ ή δέκα χρόνια, παρά στα υπαρκτά προβλήματα που εμφανίζει η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Τ

Τα προβλήματα αυτά δε, αφορούν το άμεσο κι όχι το απώτερο μέλλον. Χαρακτηριστικά, και πάλι με βάση στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου, από το 2013 μέχρι το 2020 η Ελλάδα καλείται να αποπληρώσει 88,1 δις. ευρώ και την επόμενη δεκαετία, από το 2021 μέχρι το 2030 άλλα 128,4 δισ. ευρώ. Το PSI επομένως το μόνο που κατάφερε, πέρα από την αύξηση του δημόσιου χρέους, ήταν να μετακυλήσει τις πληρωμές για λίγα χρόνια. Αποτυχία δηλαδή σε ό,τι αφορά τον στόχο που είχε θέσει να καταστήσει βιώσιμο το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Το ένα χειρότερο από τ’ άλλο

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΠΟΥ ΕΞΕΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Οι λύσεις που διερευνούν από κοινού υπουργοί της ευρωζώνης και ΔΝΤ ώστε να χαρακτηριστεί βιώσιμο το δημόσιο χρέος και να προχωρήσει απρόσκοπτα η συμμετοχή του ΔΝΤ είναι κατ’ αρχήν βραχυπρόθεσμες κι επομένως μεταβατικές και γι’ αυτό τον λόγο εκ των πραγμάτων ήπιες και επιδερμικές. 

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι διαχειρίζονται το πρόβλημα από τη σκοπιά των συμφερόντων των πιστωτών. 

Ο βραχυπρόθεσμος χαρακτήρας των εξεταζόμενων λύσεων επιβάλλεται από την άρνηση της Γερμανίας να συζητήσει οποιαδήποτε λύση περιλαμβάνει διαφυγόντα κέρδη (γιατί περί αυτού πρόκειται κι όχι για ζημιές, όπως αποκαλούνται) όσο διαρκεί η προεκλογική περίοδος. Μέχρι δηλαδή τον Οκτώβριο του 2013

Τέσσερα είναι τα βασικά σενάρια που εξετάζονται κι αυτά μάλιστα θα εμφανιστούν ως αμιγώς «ελληνικές» λύσεις ώστε να μην δημιουργήσουν προηγούμενο και σύντομα άλλες χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ιρλανδία ζητήσουν αντίστοιχες λύσεις.

Πρώτο και επικρατέστερο, επαναγορά από την ελληνική κυβέρνηση ομολόγων της που ανταλλάσσονται στην δευτερογενή αγορά περίπου στο 30% της ονομαστικής τους αξίας. Σε αυτό το πλαίσιο με ένα αρχικό κεφάλαιο της τάξης των 10-12 δισ. ευρώ (που θα μπορούσαν να προέλθουν από επιστροφή κερδών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) θα μπορούσε να διαγραφεί ένα υπερδιπλάσιο χρέος ύψους 35-40 δισ. Τα τεχνικά εμπόδια αυτής της λύσης είναι πολλά: Από την εύρεση των κεφαλαίων και τον τρόπο με τον οποίο θα πειστούν να συμμετάσχουν οι ομολογιούχοι μέχρι την αύξηση που θα καταγράψουν οι τιμές των ομολόγων αν αποφασισθεί αυτή η λύση ελαχιστοποιώντας το όφελος που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ τιμής διαπραγμάτευσης και ονομαστικής τιμής του ομολόγου. Οι δυσκολίες αυτής της λύσης ωστόσο ωχριούν μπροστά στις ζημιές που θα προκαλέσουν στους κύριους κάτοχους αυτών των ομολόγων που ανέρχονται σε 63 δισ. ευρώ και είναι ελληνικές τράπεζες και κυρίως ασφαλιστικά ταμεία και ομολογιούχοι – φυσικά πρόσωπα. Δεν πρόκειται επομένως για μια τεχνική, ουδέτερη κοινωνικά λύση.

Οι άλλες τρεις λύσεις είναι: 
  • Επιβολή μορατόριουμ μιας δεκαετίας στη αποπληρωμή τόκων για τα δάνεια που έχουν δοθεί στο πλαίσιο της πρώτης σύμβασης του Μαΐου του 2010, η οποία απλώς μεταθέτει το πρόβλημα για μετά από δέκα χρόνια. 
  • Μείωση των επιτοκίων στα δάνεια του πρώτου μνημονίου από το επίπεδο του Euribor συν 150 μονάδες βάσης, όπως διαμορφώθηκε πέρυσι την άνοιξη. Αυτή η λύση ωστόσο προσκρούει σε πιθανές αντιδράσεις που θα υπάρξουν στα εθνικά κοινοβούλια που θα κληθούν να εγκρίνουν αυτά τα διαφυγόντα κέρδη. 
  • Τέλος, το τέταρτο σενάριο προβλέπει παραίτηση της Ευρωπαϊκής και των εθνικών κεντρικών τραπεζών από τα ιλιγγιώδη και κερδοσκοπικά τους οφέλη από τα ελληνικά ομόλογα, όπως αυτά προκύπτουν από την διαφορά μεταξύ τιμής κτήσης και έκδοσης.


ΕΠΙΤΡΟΠΟΙ ΠΑΝΤΟΥ

Παράνομο το χρέος σε κράτη της ευρωζώνης

ΕΓΓΥΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι όλα τα σενάρια διαχείρισης του ελληνικού δημόσιου χρέους το προσεγγίζουν από τη σκοπιά των πιστωτών, που έχει δύο άμεσες συνέπειες. 
  • Η πρώτη είναι να συνοδεύονται από απεχθείς όρους και
  • η δεύτερη συνέπεια να μένουν στο απυρόβλητο τα δάνεια που κατέχει ο «επίσημος» λεγόμενος τομέας, δηλαδή κράτη μέλη της ευρωζώνης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ΕΚΤ, εθνικές κεντρικές τράπεζες κι επίσης το ΔΝΤ.


Οι δυσβάτακτοι όροι που θα συνοδεύσουν κάθε είδους διευκόλυνση εξυπηρετούν τρεις στόχους: 
  • Πρώτο, να διευκολυνθεί η ιμπεριαλιστική επέκταση της Γερμανίας στην Ελλάδα. Ήδη η τοποθέτηση επιτρόπων σε τράπεζες, ΟΤΑ και νευραλγικές δημόσιες υπηρεσίες, που μετατρέπουν την Ελλάδα σε μεταμοντέρνα αποικία ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια κυριαρχικών δικαιωμάτων και ανεξαρτησίας, δεν έχει προηγούμενο για ανεπτυγμένη χώρα μέλος του ΟΟΣΑ. Το επόμενο βήμα μπορεί να είναι η χρησιμοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου (από ΔΕΚΟ μέχρι ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων των νησιών) ως ενέχυρο για οποιαδήποτε δανειακή διευκόλυνση. 
  • Δεύτερο να είναι εμφανής ο τιμωρητικός τους χαρακτήρας ώστε να μην ζητήσουν κι άλλες χώρες αντίστοιχα μέτρα και 
  • τρίτο να επιταχύνουν το πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής τσακίζοντας περαιτέρω εργατικά δικαιώματα και κατακτήσεις προς όφελος του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου.
Ήδη τα βήματα οπισθοδρόμησης, δηλαδή εξαθλίωσης της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων, που έχουν συντελεστεί προκαλούν δέος, χωρίς να προοιωνίζονται ένα τέλος σε αυτό τον εφιάλτη: Με βάση στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, τον τελευταίο χρόνο γίναμε φτωχότεροι κατά 5,4 δισ. ευρώ, με κάθε τετραμελή ελληνική οικογένεια να χάνει κατά μέσο όρο 2.000 ευρώ. Παράλληλα, αψηφώντας μάλιστα την φτωχοποίηση κι οξύνοντάς την, το λιγότερο κράτος του αχαλίνωτου μνημονιακού νεοφιλελευθερισμού δεν δίστασε να βάλει το χέρι του ακόμη πιο βαθιά στην τσέπη μας υφαρπάζοντας 37,3% περισσότερους φόρους, ενώ μείωσε κατά 9,5% τις κοινωνικές δαπάνες. Η μείωση μάλιστα των επενδύσεων κατά 20,6% μαζί με τις αλλεπάλληλες ανακοινώσεις αποχώρησης πολυεθνικών από την ελληνική αγορά (από την Σίτιμπανκ, την Κρεντί Αγκρικόλ και τη Σοσιετέ Ζενεράλ μέχρι τα Κόστα καφέ) που έχουν ως αποτέλεσμα να χάνονται κάθε μέρα 900 θέσεις εργασίας σύμφωνα με τον ΟΑΕΔ, και 750.000 την τελευταία τριετία σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, δείχνουν πόσες αστείες είναι οι κυβερνητικές μεγαλοστομίες με αφορμή την ανακοίνωση κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων πολυεθνικών ότι θα ενισχύσουν την γραμμή παραγωγή τους στην Ελλάδα. Γιατί να μην το κάνουν άλλωστε όταν η μείωση των μισθών, σύμφωνα με την μελέτη της Εθνικής, θα ξεπεράσει σωρευτικά την περίοδο 2010 – 2012 το 22%, ενώ για το 2013 προβλέπεται να μειωθούν κατά 6%; Γι’ αυτούς δουλεύουν οι υπουργοί του Σαμαρά, από τον Βρούτση μέχρι τον Μανιτάκη, με τον έναν να οδηγεί τους μισθούς των νέων εργαζομένων στα 426,94 ευρώ και να καταργεί το επίδομα γάμου και τον άλλον να κάνει τα αδύνατα, νομικώς, δυνατά για να προωθήσει τον στόχο της απόλυσης 2.000 εργαζομένων στο δημόσιο για φέτος και άλλων 23.000 το 2013. Μπροστά σε αυτό τον «ιερό» στόχο τι είναι η φτωχοποίηση όλης σχεδόν της κοινωνίας ή οι 3.124 αυτοκτονίες που δήλωσε επίσημα από το βήμα της Βουλής, ο υπουργός προστασίας της Χρυσής Αυγής, Νίκος Δένδιας ότι σημειώθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2009 και Αυγούστου 2012.


Η δεύτερη συνέπεια των υπό συζήτηση σεναρίων περιλαμβάνει την εξαίρεση από την συζήτηση της διαγραφής χρέους που κατέχουν οι «επίσημοι» δανειστές και πριν απ’ όλους τα κράτη μέλη της ευρωζώνης. Αυτό όμως πλέον είναι το μεγαλύτερο και συγκεντρώνει τα πιο κραυγαλέα στοιχεία παρανομίας: από την μη κύρωση της πρώτης δανειακής σύμβασης από την βουλή, μέχρι την ελλιπή νομιμοποίησή του στην κοινωνία. Πλευρές που διευκολύνουν τον χαρακτηρισμό του ως παράνομου από ένα λογιστικό έλεγχο που θα επιτρέψει την διαγραφή του όχι για να γίνει βιώσιμο αλλά, το σημαντικότερο, για να μην οδηγήσει η αποπληρωμή του στην  εξαθλίωση της κοινωνίας.