Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Η Υγεία ως Κοινωνικό Αγαθό στην εποχή της ”Παγκοσμιοποίησης”


Τα τελευταία χρόνια, η μόνιμη συζήτηση, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκοσμίως, είναι η οικονομική κρίση, η δημοσιονομική εξυγίανση, η μείωση των ελλειμμάτων των κρατών, το αν η μείωση αυτών αποτελεί πράγματι τη λύση στο πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης και το πώς θα βγούμε από την κρίση αυτή. Εν ολίγοις, το κύριο θέμα συζήτησης είναι η «παγκοσμιοποίηση», η «ανταγωνιστικότητα» και το πώς αυτές οι δύο έννοιες – αρχές, ορθώς εφαρμοζόμενες, θα μας οδηγήσουν στην έξοδο από την «Κρίση».

Πολλά πράγματα που οι κοινωνίες θεωρούσαν αρνητικά, έστω και διαισθητικά, για την ουσία της ύπαρξής τους και γι αυτό αρνούνταν πεισματικά να δεχτούν επί σειρά ετών (π.χ. ιδιωτικοποίηση υγείας, κατάργηση εν τοις πράγμασι της έννοιας της εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών κοινής ωφελείας, διαρκής λιτότητα και περικοπή κοινωνικών δαπανών πάσης φύσεως), σήμερα παρουσιάζονται ως μονόδρομος στο όνομα της παγκοσμιοποίησης, και μάλιστα με τρόπο αυταρχικό έτσι ώστε κάθε αντίθετη φωνή να φαντάζει παρωχημένη ή, ακόμα χειρότερα, αιρετική, ανατρεπτική και επικίνδυνη.

Εν τούτοις, η έννοια της παγκοσμιοποίησης ποτέ δεν διευκρινίστηκε επακριβώς και ικανοποιητικά, από κανέναν υπέρμαχό της…

Τι παγκοσμιοποιείται ακριβώς στην εποχή μας;

Το κεφάλαιο; Όχι βέβαια! Αυτό ήταν ανέκαθεν παγκοσμιοποιημένο, ήδη από την εμφάνιση του καπιταλισμού στον 15° αιώνα. Η θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας, όπως διατυπώθηκε από τον Adam Smith τον 18ο αιώνα και τον David Ricardo στις αρχές του 19ου, βασίζεται ακριβώς στην υπόθεση της πλήρους κινητικότητας, παγκοσμιότητας και διεθνικότητας των παραγωγικών συντελεστών.

Μήπως παγκοσμιοποιείται η εργασία; Όχι βέβαια! Μια απλή ανάγνωση της ιστορίας είναι αρκετή για να καταδείξει ότι τα μεταναστευτικά ρεύματα και οι μετακινήσεις εργαζομένων ξεπέρασαν κάθε όριο κατά τον 19ο αιώνα (για να μην αναφερθούμε π.χ. στην εποχή του δουλεμπορίου που ρήμαξε την Αφρικανική Ήπειρο ήδη από τον 16ο αιώνα) – έτσι ώστε η σημερινή κινητικότητα να εμφανίζεται συγκριτικά ασήμαντη.

Φαίνεται ότι, όσο πιο αόριστος είναι ένας όρος, τόσο περισσότερο αυταρχικά επιβάλλεται εκτός συζήτησης και, κατ’ επέκταση, εκτός αξιολόγησης και ελέγχου, με αποτέλεσμα να λειτουργεί τρομοκρατικά κατά βούληση.

Με πρόσχημα λοιπόν την «παγκοσμιοποίηση», επιδιώκεται σήμερα η κατάλυση του Κοινωνικού Κράτους, ακόμη και στην Ευρώπη που το γέννησε ως έννοια και στην οποία, έχει προ πολλού δώσει αναμφισβήτητα δείγματα οικονομικής επιτυχίας και επίδοσης.

Συνεπώς, κάτω από το προσωπείο της σημερινής παγκοσμιοποίησης, υπάρχει η δεδομένη βούληση των κυβερνήσεων και του πολιτικού προσωπικού να παγκοσμιοποιήσουν το ταχύτερο την οικονομία, προς όφελος μιας εξαιρετικά μικρής μειοψηφίας, η οποία και (θα) κυριαρχεί, ανεξάρτητα με το πόσο αντιπαραγωγικά δρα αυτή, ακόμα και με καπιταλιστικούς όρους. Μ’ άλλα λόγια: Η παγκοσμιοποίηση επιβάλλεται όχι ως πρωτογενές γεγονός με αυθόρμητες μεταλλαγές της οικονομικής πραγματικότητας, όσο, κυρίως, ως απαράκαμπτη επιλογή των κυβερνήσεων και των Κρατών που φαίνεται ότι υπακούουν πλέον χωρίς αντιστάσεις στις επιταγές του διεθνούς τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου το οποίο και ευθύνεται για την εσωτερική ανισορροπία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν τα εξής καίρια ερωτήματα:

1. «Είναι τελικά η υγεία κοινωνικό αγαθό και είναι καθήκον της κοινωνίας η προσφορά Υγείας;»

Ναι, η Υγεία είναι κοινωνικό αγαθό και οπωσδήποτε είναι καθήκον της κοινωνίας (έστω και μέσω του Κράτους) η προσφορά καλών υπηρεσιών Υγείας σε όλους τους πολίτες. Δεν πρόκειται για ευχολόγιο. Ούτε για προσωπική άποψη. Πρόκειται για συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της «Αστικής δημοκρατίας». Στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος αναφέρεται: «Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.».

Πρόκειται για το σημαντικότερο ίσως από τα κοινωνικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται συνταγματικά, αφού αποτελεί την υλική βάση για την άσκηση των υπόλοιπων ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Μάλιστα, πρόκειται για διάταξη που, σύμφωνα με την κρατούσα (ακόμα…) θεωρία στο Συνταγματικό Δίκαιο, δεσμεύει απευθείας την Διοίκηση και δεν πρόκειται για κατευθυντήρια διάταξη η υλοποίηση της οποίας εξαρτάται από τις επιλογές του νομοθέτη ανάλογα με την οικονομική συγκυρία. Δηλαδή, η Διοίκηση (οι κυβερνώντες), όταν ασκεί τις αρμοδιότητές της με διακριτική ευχέρεια (μέσα στα πλαίσια των συνταγματικών επιταγών), ΠΡΕΠΕΙ να επιλέγει εκείνες τις λύσεις που εξυπηρετούν καλύτερα την υγεία των πολιτών. Τέλος, όταν έναν κοινωνικό δικαίωμα υλοποιείται από το νομοθέτη (π.χ. δωρεάν υγεία), θεωρείται κοινωνικό κεκτημένο έτσι που είναι σχεδόν αδύνατο (από νομικής απόψεως) να θιγεί από νεότερο νόμο.

Συνεπώς, κάθε μέτρο, κάθε νόμος που ρητά ή σιωπηρά, άμεσα ή έμμεσα, καταργεί, μειώνει, ακυρώνει, παρεμποδίζει ή χειροτερεύει οποιοδήποτε κεκτημένο του ατομικού/κοινωνικού δικαιώματος της Υγείας, είναι, εκτός από προφανώς αντισυνταγματικό (αφού καταλύει το Κοινωνικό Κράτος που καθιερώνεται από το Σύνταγμα της ίδιας της αστικής δημοκρατίας) και πολιτικά ύποπτο ως προς τις προθέσεις του.

2. «Διασφαλίζεται σήμερα και στο μέλλον ο κοινωνικός χαρακτήρας της Παροχής Υπηρεσιών Υγείας;»

Στο βαθμό που οι παραπάνω παρατηρήσεις (κατάλυση Κοινωνικού Κράτους) απεικονίζουν τη σημερινή κατάσταση, όχι μόνο δεν διασφαλίζεται σήμερα ο κοινωνικός χαρακτήρας των υπηρεσιών υγείας, αλλά, αντίθετα, δίνεται η χαριστική βολή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταστροφής της «πολιτισμένης» Ευρώπης και της αστικής της δημοκρατίας (η οποία για δικούς της λόγους – ανάγκη για εργατικά χέρια, συσσώρευση πλούτου, εκμετάλλευση και χειραγώγηση μαζών μέσω του εργασιακού καθεστώτος ως κοινωνικού φαινομένου – αλλά και μετά από αφόρητες πιέσεις των λαών, θέσπισε ένα νομικό πλαίσιο που ονομάστηκε «κοινωνικό κράτος»), είναι οι τελευταίες αλλαγές στο Εθνικό Σύστημα Υγείας του Η.Β. (N.H.S.) που προωθεί η κυβέρνηση συνασπισμού Συντηρητικών-Φιλελεύθερων Δημοκρατών, με την Λευκή Βίβλο για τη μεταρρύθμιση του βρετανικού εθνικού συστήματος υγείας (NHS), η οποία συνδυάζει μείωση του προϋπολογισμού για την υγεία και στροφή προς τον ιδιωτικό τομέα (επινόησης του υπουργού Υγείας Andrew Lansley ο οποίος ολοκληρώνει την διάλυση του N.H.S. που είχε αρχίσει η Thatcher από το 1980 με αποκορύφωμα τη διετία 1984-85).

Και βέβαια, η Ελλάδα, που πρόσφατα, με το νόμο 3198/2011 «Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις» και 3863/2010 «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, Ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις» με τον οποίο, τελευταίο, προβλέπεται η ίδρυση του Ενιαίου Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ουσιαστικά (και υπό το βάρος του Μνημονίου), επίσης προσβλέπει σε μείωση του προϋπολογισμού για την υγεία και στροφή προς τον ιδιωτικό τομέα, αφού τελικός στόχος είναι η συγκράτηση των δαπανών για την υγεία σε ποσοστό μικρότερο του 6% του ΑΕΠ για το 2011 (με τάση για περαιτέρω μείωση τα επόμενα χρόνια).

3. Ο μύθος της «αντιπαραγωγικότητας» της υγείας.

Στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό περιβάλλον, όπου όλα μετριούνται με το άμεσο κέρδος, έχει επικρατήσει (ή επιβληθεί) η αντίληψη ότι η στήριξη του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας από το κράτος είναι ζημιογόνος, αφού θα μπορούσε να μετατοπιστεί η ευθύνη στον ιδιωτικό τομέα που, λειτουργώντας με τους νόμους της «ελεύθερης αγοράς», θα μπορούσε να παράσχει καλύτερες υπηρεσίες υγείας, αυτορυθμιζόμενος, ενώ, ταυτόχρονα θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν κονδύλια για επενδύσεις σε άλλους τομείς δημοσίου τάχα συμφέροντος (αλήθεια, ποιοι τομείς θεωρούνται από τους εμπνευστές της ιδιωτικοποίησης της υγείας σημαντικότεροι, ειδικά όταν δεν γίνεται καν λόγος για επένδυση π.χ στον τομέα της παιδείας, της έρευνας κλπ.;).

Έτσι, αυτό που με την απλή λογική φαίνεται αυτονόητο, ότι δηλαδή ακόμα και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα (με ζητούμενο την επιβίωση και ισχυροποίησή του), θα το συνέφερε περισσότερο να εξασφαλίσει για την μεγάλη πλειοψηφία των πληθυσμών ένα ικανοποιητικό επίπεδο παροχής υπηρεσιών υγείας έτσι ώστε να έχει μία δυναμική στην παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και βεβαίως την κατανάλωση, μετονομάζεται σε ανέφικτο, καταστροφικό, ζημιογόνο και εν τέλει αντιπαραγωγικό. Καθόλου περίεργο για ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα στο οποίο έχει πλέον κυριαρχήσει πλήρως το τραπεζικό κεφάλαιο έναντι άλλων, πιο παραγωγικών κεφαλαίων, όπως το βιομηχανικό ή το εφοπλιστικό ή το εμπορικό. Σε μια οικονομία που παράγει πρώτα και κυρίως, χρήμα και υπηρεσίες σχετικές με την παραγωγή χρήματος και δεν είναι προσανατολισμένη στην παραγωγή πραγματικών αγαθών (υλικών ή άυλων).

Ας δούμε όμως πώς επιδρά η φτώχεια στην υγεία των πληθυσμών:

Σύμφωνα με μελέτη των Γ. Κυριόπουλος και Β. Τσιάντου, που δημοσιεύθηκε από τον Τομέα Οικονομικών της Υγείας, της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας το Νοέμβριο του 2009, δηλαδή πριν την υπογραφή του Μνημονίου:

    Η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες στην παγκόσμια οικονομία και έχει μεταφερθεί με σφοδρότητα στην πραγματική οικονομία, με αποτέλεσμα την ύφεση και την πτώση της απασχόλησης σε παγκόσμια κλίμακα. Η παρούσα κρίση πλήττει δυσανάλογα τις χώρες χαμηλής και μέσης ανάπτυξης αλλά και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα στο εσωτερικό των χωρών. Η ανεργία, η ευπρόσβλητη εργασία και η ανασφάλεια έχουν σημαντική αρνητική επίδραση στην υγεία. Η αύξηση των ψυχικών διαταραχών, των προβλημάτων εθισμού και εξάρτησης σε ουσίες, των αυτοκτονιών και της θνησιμότητας από ισχαιμική καρδιοπάθεια είναι οι πιο εμφανείς επιπτώσεις της κρίσης στην υγεία του πληθυσμού, οι οποίες κατανέμονται διαφορετικά μεταξύ των κατοίκων μιας χώρας, με τις χαμηλότερα κοινωνικές τάξεις να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Η οικονομική κρίση δημιουργεί επίσης προβλήματα στη χρηματοδότηση των συστημάτων υγείας, απειλεί τη βιωσιμότητα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών και επιβαρύνει τη λειτουργία των δημόσιων μονάδων παροχής υπηρεσιών υγείας λόγω αυξημένης ζήτησης. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδεικνύεται η σημασία των κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας στη διαμόρφωση του επιπέδου της υγείας και η ανάγκη αντιμετώπισης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στην υγεία… Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης διαφοροποιούνται όχι μόνο μεταξύ των χωρών, όπου –όπως είναι αναμενόμενο– οι χώρες χαμηλής και μέσης ανάπτυξης πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις αναπτυγμένες χώρες, αλλά και στο εσωτερικό των χωρών, έτσι ώστε οι χειρώνακτες εργάτες και τα άτομα με χαμηλή εκπαίδευση να υφίστανται τις πλέον δυσμενείς επιπτώσεις σε σχέση με τα άτομα υψηλής εκπαίδευσης της μεσαίας και ανώτερης τάξης… Η κατάσταση αυτή, όπως περιγράφηκε παραπάνω, απειλεί κυρίως τις χώρες χαμηλής και μέσης ανάπτυξης, καθώς και στο εσωτερικό των χωρών τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ενώ αποδεικνύει τρία βασικά αλληλοσυνδεόμενα προβλήματα:1. Την αυξανόμενη τάση των ανισοτήτων στο εσωτερικό των χωρών, 2. Την ανισοτιμία στις συνθήκες κοινωνικής προστασίας και υγείας, 3. Τα επείγοντα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και της οικολογικής υποβάθμισης.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα:

    Η απασχόληση είναι ένας από τους βασικότερους τομείς οι οποίοι πλήττονται κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης. Συνεπώς, το ποσοστό της ανεργίας αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την πορεία της οικονομίας. Επιπρόσθετα, η ανεργία, η ανασφάλεια στην εργασία και η απώλεια εισοδήματος για διαβίωση έχουν σημαντική επίδραση στην υγεία. Η απώλεια της εργασίας συνοδεύεται από ψυχικές διαταραχές (ανησυχία, άγχος, κατάθλιψη), προβλήματα εθισμού και εξάρτησης σε ουσίες και υιοθέτηση μη υγιεινού τρόπου ζωής με αυξανόμενη κατανάλωση τροφής χαμηλής διατροφικής αξίας, καπνού και οινοπνεύματος και επιπλέον πλημμελούς διαχείρισης των νοσημάτων από τις επιβαρυμένες υγειονομικές υπηρεσίες. Πρόσφατη έρευνα, σε 26 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έδειξε ότι η αύξηση της ανεργίας κατά 1% συνδέεται με παράλληλη αύξηση των αυτοκτονιών κατά 0,79%. Αντίθετα, η ίδια έρευνα ανέδειξε μείωση της θνησιμότητας από τροχαία ατυχήματα κατά 1,39% και μη στατιστικά σημαντική σχέση με τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα και τη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες. Στην περίπτωση κατά την οποία ο δείκτης ανεργίας αυξάνεται >3% για μακρά περίοδο, η επίπτωση στη θνησιμότητα από αυτοκτονίες ανέρχεται σε 4−4,5%. Επίσης, παρατηρείται υψηλή θνησιμότητα από κατάχρηση οινοπνεύματος, διαπίστωση η οποία θεμελιώνει αρκούντως την υπόθεση ότι η ανεργία συνδέεται με ψυχολογικές διαταραχές. Η ανάλυση κατά φύλο και ηλικιακή ομάδα έδειξε ότι η αύξηση της ανεργίας προκαλεί αύξηση της θνησιμότητας από αυτοκτονίες και ισχαιμική καρδιοπάθεια στους άνδρες νέας ηλικίας, ενώ στην ηλικία >60 ετών δεν διαπιστώνεται στατιστικά σημαντική σχέση. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνει και η μελέτη των Economou et al σε 13 ευρωπαϊκές χώρες, η οποία έδειξε στατιστικά σημαντική σχέση της ανεργίας και της θνησιμότητας (ανά 100.000 κατοίκους). Ειδικότερα, η αύξηση της ανεργίας κατά 1% συνεπάγεται αύξηση στο δείκτη θνησιμότητας κατά 2,18 (δηλαδή 2,18 θανάτους/100.000). Επίσης, η ίδια μελέτη κατέδειξε τη θετική συσχέτιση της ανεργίας με τη θνησιμότητα από ισχαιμική καρδιοπάθεια. Η οικονομική κρίση και η μακρόχρονη ανεργία οδηγεί πολλά άτομα στον κοινωνικό αποκλεισμό και στη φτώχεια, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο για πρόωρη θνησιμότητα και υψηλή νοσηρότητα κυρίως σε άτομα τα οποία ανήκουν σε μειονότητες, στους μετανάστες και τους χρονίως πάσχοντες από ψυχικά ή σωματικά νοσήματα..

Τέλος, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, αναφορικά με την Ελλάδα:

    Στην Ελλάδα, η ανάπτυξη της οικονομίας συρρικνώθηκε το 2008 υπό το βάρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, 25 περαιτέρω μείωση αναμένεται και το 2009 εξαιτίας της πτώσης των εξαγωγών, ενώ αργή και σταδιακή ανάκαμψη προβλέπεται το 2010. Η ανεργία στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 2009 ήταν 9,6% σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας (ΕΣΥΕ). Το υψηλό έλλειμμα αποτελεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, καθώς περιορίζει τις επιλογές για την άσκηση αποτελεσματικής δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία θα στηρίξει την αγορά και θα ενισχύσει την οικονομία οδηγώντας την ελληνική οικονομία στην έξοδο από την κρίση. Τέλος, το ΑΕΠ αναμένεται να παρουσιάσει μείωση κατά 0,9% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Eurostat. Στη χώρα μας εκτιμάται ότι η ζήτηση και η χρήση υπηρεσιών υγείας πρόκειται να αυξηθεί κυρίως προς το δημόσιο και τον ασφαλιστικό τομέα, καθώς η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος θα στρέψει την κατανάλωση υπηρεσιών υγείας σε υπηρεσίες οι οποίες έχουν ασφαλιστική κάλυψη. Η κατάσταση αυτή θα δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις από τις ήδη υπάρχουσες στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος υγείας. Η ανταποκρισιμότητα του ελληνικού συστήματος υγείας είναι μικρή, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μελετών. Η δυσαρέσκεια των ασθενών εστιάζεται κυρίως στις υψηλές ιδιωτικές δαπάνες, στην παραοικονομία, στη μεγάλη αναμονή και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, ειδικά στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Επιπλέον, οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες στη χρήση των υπηρεσιών υγείας και στα αποτελέσματά τους, δηλαδή στο επίπεδο υγείας, θα ενταθούν. Σε έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση της χρήσης υπηρεσιών υγείας και της αυτοαξιολόγησης του επιπέδου της υγείας με το εισόδημα. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνονται και από την ΕΣΥΕ, όπου, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, το 2006 το 20,3% του πληθυσμού της χώρας (838.910 νοικοκυριά) ανήκε σε νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα. Σε σχέση με την υγεία, τα μέλη των νοικοκυριών σε κίνδυνο φτώχειας δηλώνουν ότι έχουν χειρότερη υγεία. Ειδικότερα, ο πτωχός πληθυσμός έχει κάποιο χρόνιο πρόβλημα κατά 35% περισσότερο από το μη πτωχό πληθυσμό. Τα ελλείμματα των δημόσιων νοσοκομείων (6,5 δις €) και των ασφαλιστικών οργανισμών υγείας (4,5 δις €) θα αυξηθούν και θα υπάρξουν δυσχέρειες στην εξυπηρέτησή τους, ενώ και ο ιδιωτικός τομέας θα αντιμετωπίσει, επίσης, ανάλογα προβλήματα. Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες θα αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στη χρηματοδότησή τους, καθώς η ζήτηση για τη σύναψη ιδιωτικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας θα μειωθεί εξαιτίας της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Προβλήματα αναμένεται να δημιουργηθούν στην αποτελεσματική διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων, ειδικά των ατόμων που βρίσκονται στις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Ωστόσο, η εκτεταμένη μορφή οριζόντιας αλληλεγγύης και η ύπαρξη των δομών κοινωνικής προστασίας και υγείας αποτελούν θετικό στοιχείο για τη χώρα μας, καθώς μπορούν να απορροφήσουν μεγάλο τμήμα αυτής της κοινωνικής και οικονομικής έντασης και να προφυλάξουν τον πληθυσμό από τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην υγεία. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ, τα κοινωνικά επιδόματα και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, δηλαδή η κοινωνική βοήθεια, τα οικογενειακά επιδόματα, τα βοηθήματα ανεργίας και ασθένειας, τα επιδόματα αναπηρίας-ανικανότητας, οι εκπαιδευτικές παροχές και οι συντάξεις, ενδέχεται να μειώσουν σημαντικά το ποσοστό της φτώχειας. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδεικνύεται και η ανάγκη στήριξης των νοικοκυριών που υφίστανται καταστροφικές δαπάνες για την υγεία, δηλαδή δαπανούν >40% του εισοδήματός τους εξαιτίας ενός αιφνίδιου συμβάντος ή δαπανηρού χρόνιου νοσήματος.

Δεκαοκτώ μήνες μετά την σύνταξη της παραπάνω μελέτης και υπό το βάρος του Μνημονίου, καμμία από τις ελάχιστες αισιόδοξες προβλέψεις της δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. «Τα κοινωνικά επιδόματα και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, δηλαδή η κοινωνική βοήθεια, τα οικογενειακά επιδόματα, τα βοηθήματα ανεργίας και ασθένειας, τα επιδόματα αναπηρίας-ανικανότητας, οι εκπαιδευτικές παροχές και οι συντάξεις» όχι μόνο δεν μπορούν πλέον ν’ απορροφήσουν τους κλυδωνισμούς της κρίσης, αλλά, απλούστατα έχουν καταργηθεί ή σχεδόν εκμηδενιστεί.

Επίσης, «Το υψηλό έλλειμμα που σύμφωνα με τη μελέτη «αποτελεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας», παρά το νέο δανεισμό της χώρας από ΕΕ και ΔΝΤ όχι μόνο δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται, ο πληθωρισμός το δωδεκάμηνο 3.2010 – 3.2011 ανέβηκε σε ποσοστό 4,5%, το ΑΕΠ (σύμφωνα με τα επίσημα προσωρινά στοιχεία) το τελευταίο τρίμηνο του 2010 μειώθηκε κατά 6,6%, η ανεργία εκτοξεύθηκε στο 14,2 % το τελευταίο τρίμηνο του 2010 και ήδη έχει ξεπεράσει το 15%, ενώ αντίστοιχη μείωση παρατηρείται και στους δείκτες ανάπτυξης:

Μείωση του Δείκτη βιομηχανικής Παραγωγής την περίοδο 2.2010 – 2.2011 κατά 4,8%, του Δείκτη Κύκλου Εργασιών στο Λιανικό Εμπόριο κατά 9,%, μείωση του όγκου της Οικοδομικής δραστηριότητας κατά 73,1% την περίοδο 1.2010 – 1.2011… (Ας σημειωθεί ότι σε μία αποβιομηχανοποιημένη χώρα όπως η Ελλάδα, η μείωση του κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο και της οικοδομικής δραστηριότητας είναι απόλυτα ενδεικτική του μεγέθους της φτώχειας που έχει χτυπήσει τον πληθυσμό αφού ένα τεράστιο κομμάτι προσπαθούσε να ζήσει από το εμπόριο, ενώ μεγάλο ποσοστό των εργατών απασχολούνταν στην οικοδομή).

Συνεπώς, η ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη συνταγή που εφαρμόζεται (πειραματικά;) στην Ελλάδα, όχι μόνο δεν οδηγεί τη χώρα σε αναπτυξιακούς δρόμους έστω και με θυσίες όπως υποστηρίζεται, αλλά, αντίθετα, η ανηλεής λιτότητα που εφαρμόζεται (και οι περικοπές των πάσης φύσεως κοινωνικών δαπανών και πρωτίστως αυτές που επιχειρήθηκαν πρόσφατα στον χώρο της Υγείας), οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη εξαθλίωση την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας.

Με τα δεδομένα αυτά, η εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων της στην Τρόϊκα, στον σκληρό μονεταρισμό και την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική, δημιουργούν αρνητικές συνθήκες για τον ίδιο τον (ελληνικό) καπιταλισμό, ο οποίος, με αυτές τις συνθήκες δεν φαίνεται να μπορεί να βρει διέξοδο στην δική του κρίση.

Όσο για το επίπεδο της ζωής μας τα επόμενα χρόνια, ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα (κι ας εύχεται να μην αρρωστήσει…).

Ι. & A.

πηγή: eagainst.com