Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Γιατί χαίρεται ο κόσμος;



Ε, όχι! Πρέπει να είναι πολύ διεστραμμένος κανείς για να υποστηρίξει ότι Τετάρτη μάς ξανάρθαν οι Τροϊκανοί, Πέμπτη έδωσαν τις προγραμματικές δηλώσεις στο μεταφραστικό τμήμα του Μεγάρου Μαξίμου και Παρασκευή ο Σαμαράς θα τις εκφωνήσει ελληνιστί στη Βουλή. 

Σύμπτωση είναι, βρε αδελφέ. 

Κι αν ο πρωθυπουργός της χώρας, που δεν έχει ακόμη συναντήσει τη Μέρκελ και τον Ολάντ, συνομιλεί ως ίσος προς ίσον με τους υπαλληλίσκους της διεθνούς τοκογλυφίας, αντί να τους παραπέμψει στους υφισταμένους των κ.κ. Στουρνάρα και Χατζηδάκη, ε αυτό δεν το λες δουλικότητα, ευγένεια το λες και σεβασμό στην παράδοση του Ξένιου Δία. Νισάφι πια!

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τις αστειότητες κι ας έρθουμε στα σοβαρά. 
Η σοβαρή, πολύ σοβαρή εξέλιξη των τελευταίων ημερών, που θα σφραγίσει τις πρώτες μέρες της νέας, μνημονιακής κυβέρνησης (με σως ΔΗΜΑΡ), δεν είναι άλλη από την απόφαση της τελευταίας Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το μέλλον της ευρωζώνης. Μια απόφαση που χαρακτηρίστηκε από τους τρεις κυβερνητικούς εταίρους και το σύνολο των συγκροτημάτων του Τύπου ως περιφανής νίκη του μεσογειακού Νότου επί της Γερμανίας, προάγγελος στροφής από την αδιέξοδη λιτότητα στην ποθητή ανάπτυξη.

Η ευφορία των εν λόγω αναλυτών (οι οποίοι πρέπει να πιστεύουν ότι απευθύνονται σε λαό Λωτοφάγων, λησμονώντας τις δεκάδες φορές που έχουν πανηγυρίσει ανάλογες «σωτήριες» και «ιστορικές» αποφάσεις για να γελοιοποιηθούν πριν αλέκτορα φωνήσαι) στηρίζεται στη μοναδική ουσιαστική απόφαση των 27: Τη δυνατότητα δανεισμού των τραπεζών Ιταλίας και Ισπανίας χωρίς τρόικες και χωρίς τα δάνεια των τραπεζών να φορτώνονται στα αντίστοιχα κράτη, μεγεθύνοντας το δημόσιο χρέος.

Το τυρί και η φάκα

Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι και ο αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να χαιρετίσει ως «καταρχήν θετική» την απόφαση των 27, στρέφοντας τα πυρά του μόνο εναντίον της κυβέρνησης Σαμαρά, που δεν εξασφάλισε να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα ό,τι θα ισχύσει για Ισπανία και Ιταλία. Συμπλήρωσε δε ότι η κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να είχε δεχθεί καν την τρόικα, μέχρις ότου η Μέρκελ δεχτεί να βάλει και την Ελλάδα στο υπό κατασκευήν Κλαμπ Μεντιτερανέ.

Υποθέτουμε ότι οι οικονομικοί σύμβουλοι του κ. Τσίπρα τού πλάσαραν αυτή την ιδέα περισσότερο ως επικοινωνιακό στρατήγημα μιας «υπεύθυνης» αντιπολίτευσης, που οφείλει να κρατάει ανοιχτούς διαύλους με το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, στριμώχνοντας ταυτόχρονα το Μαξίμου. Ωστόσο, η υποταγή της πολιτικής ουσίας στα επικοινωνιακά κολπάκια έχει κοντά ποδάρια, ιδίως όταν βλέπεις το τυρί, αλλά δεν βλέπεις τη φάκα.

Εν προκειμένω, το «τυρί» βρίσκεται στην όντως «καταρχήν θετική» απόφαση να μην επιβαρύνεται το κράτος (δηλαδή ο φορολογούμενος, δηλαδή κατά βάση οι μισθωτοί) με τα εκθετικά αυξανόμενα χρέη των τραπεζών. Ωστόσο, από το «καταρχήν», μέχρι το «στην πράξη» μεσολαβεί μια μεγάλη απόσταση, όπου μας παραμονεύει η αδυσσώπητη φάκα: Ο όρος, δηλαδή, που επέβαλαν οι Γερμανοί να περάσει ο έλεγχος των τραπεζών που θα πέσουν στην ανάγκη τους σε μια κεντρική, ευρωπαϊκή (διάβαζε: γερμανική) Αρχή. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες που θα ενταχθούν στον μηχανισμό διάσωσης θα είναι στο εξής μόνο κατ’ όνομα ισπανικές ή ιταλικές- στην πράξη, οποιαδήποτε απόφασή τους για συγχωνεύσεις, απολύσεις, δάνεια, επενδύσεις κλπ- πρέπει να περνάει από τη Φραγκφούρτη. Επομένως, αν εφαρμοστεί και για την Ελλάδα η απόφαση των 27 (κι εδώ έχει απολύτως δίκιο το ΚΚΕ στην κριτική του), αντί για εθνικοποίηση των τραπεζών, που πρότεινε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, θα οδηγηθούμε ανεπαισθήτως στη... γερμανοποίηση του πιο στρατηγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας!

Άσχημη αρχή για την αντιπολίτευση του 27%, που βιάζεται να αποδείξει ότι δεν θα είναι η «παλιά» αντιπολίτευση του 4.5%. Η υπερχειλίζουσα «υπεθυνότητα» των προαναφερθέντων οικονομικών συμβούλων οδήγησε το μεγαλύτερο κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς να εμφανίζεται πολύ περισσότερο μετριοπαθές από κεϋνσιανούς οικονομολόγους του διεθνούς κατεστημένου. Αίφνης ο Πολ Κρούγκμαν, κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «Η Μεγάλη Αυταπάτη της Ευρώπης», χαρακτήριζε την απόφαση των 27 «μικροσκοπικών διαστάσεων σε σύγκριση με το μέγεθος των προβλημάτων», κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την «επερχόμενη καταστροφή» αν δεν αναιρεθεί η πολιτική της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης. Σε παραπλήσιο μήκος κύματος, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς εκτιμούσε ότι με την απόφαση αυτή «το ευρώ απλώς εξασφάλισε μια μικρή αναστολή, όπως οι θανατοποινίτες που περιμένουν την εκτέλεση».

Το λιοντάρι και ο γάιδαρος

Επιπλέον, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισαν απλώς να διασώσουν τις τράπεζες –όπως κάνουν κάθε έξι μήνες από τότε που ξέσπασε η κρίση, το 2008– αλλά όχι τους λαούς. Το αντίθετο. Με το που γύρισε στη Ρώμη ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι εξήγγειλε νέα μέτρα αιματηρής λιτότητας, προκαλώντας έκρηξη οργής των συνδικάτων, που προσανατολίζονται σε γενική απεργία. Το ίδιο συμβαίνει με τη συντηρητική κυβέρνηση του Ραχόι στην Ισπανία, αλλά και με την άρτι σχηματισθείσα κυβέρνηση Ερό στη Γαλλία, ο οποίος με την ανάληψη της πρωθυπουργίας δήλωσε ότι παρέλαβε καμένη γη από τη Δεξιά κι ότι (σας θυμίζει τίποτα;) η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη απ’ ό,τι φαντάζονταν οι σοσιαλιστές, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη γι' αυτά που θα επακολουθήσουν.

Τέλος, η ηπιότερη αντιμετώπιση Ιταλίας και Ισπανίας (σε σύγκριση με την Ελλάδα) από τους Γερμανούς δεν οφείλεται μόνο ή κυρίως στην υποτελή, ψοφοδεή συμπεριφορά των κυβερνήσεων Παπανδρέου, Βενιζέλου και Σαμαρά (με ολίγον από Κουβέλη). Κατά κύριο λόγο αποδεικνύει τον ιεραρχικό, ληστρικό χαρακτήρα μιας ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει εγγεγραμμένη στα γονίδιά της τη δομική ανισότητα, με άλλους νόμους για τους ισχυρούς του πυρήνα και άλλους για τους περιφερειακούς φτωχοπρόδρομους της περιφέρειας. Όπως στο μύθο του Λαφοντέν με τη συνέλευση των ζώων, που μαζεύτηκαν να βρουν τον ένοχο για την οργή των θεών και τις ξαφνικές αρρώστιες που τα απειλούσαν: Μίλησε το λιοντάρι, ομολόγησε ότι σκοτώνει και κλέβει, αλλά ποιος να τολμήσει να το κατηγορήσει; Ήρθε η σειρά της τίγρης, του λύκου, του ελέφαντα... Μέχρι που εμφανίστηκε ο κακορίζικος γάιδαρος, για να ομολογήσει ότι είχε φάει λίγο γρασίδι από το μοναστήρι και να δεχθεί το γενικό ανάθεμα για το τρομερό του έγκλημα. Κι ο Λαφοντέν συμπεραίνει: «Του καθενός η δύναμη ζυγιάζει το δίκιο»...

Σκιώδης... αντιπολίτευση;

Εδώ ακριβώς αγγίζουμε το αξεπέραστο, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, όριο της αντιπολιτευτικής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ: την ιδεοληψία του «ευρωπαϊσμού». Μια παράδοση την οποία μοιράζονται όχι μόνο οι πιο «δεξιές», συστημικές τάσεις (που μπορεί να είναι ισχυρές, αλλά δεν καθορίζουν τη φυσιογνωμία του μετά τη στροφή των Αλαβάνου- Τσίπρα και την απόσχιση της ΔΗΜΑΡ), αλλά και αρκετούς εκπροσώπους ριζοσπαστικών ρευμάτων, οι οποίοι αναζήτησαν στον «αριστερό ευρωπαϊσμό» μια φαντασιακά «διεθνιστική» απάντηση στον εθνικισμό και στις «θεωρίες της εξάρτησης». Αδυνατούν ωστόσο να αντιληφθούν ότι, καυτηριάζοντας ως «εθνικιστικό» κάθε αντιιμπεριαλιστικό πρόταγμα ρήξης με την ολέθρια για τα λαϊκά συμφέροντα ευρωζώνη, γίνονται άθελά τους αρωγοί του χειρότερου εθνικισμού, του εθνικισμού των Γερμανών και των άλλων ισχυρών, που αντιμετωπίζουν τον ευρωπαϊκό Νότο σαν υποτελή ενδοχώρα τους.

Για να είμαστε δίκαιοι: Δεν εννοούμε ότι είναι εξ ορισμού εσφαλμένη η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να προβάλει μια γραμμή, ας το πούμε έτσι, «του καλού ευρώ» – ενός εκ θεμελίων μετασχηματισμού της ευρωζώνης, που θα στηριζόταν σε μεγάλες μεταφορές πόρων και τεχνογνωσίας από τις ισχυρότερες στις ασθενέστερες χώρες, στη γενναία αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων σε πανευρωπαϊκή κλίμακα κλπ. Κάτι τέτοιο θα είχε νόημα ως στρατηγική συμμαχιών των Ελλήνων εργαζομένων με εκείνους των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, για την εξασφάλιση της αλληλεγγύης τους στην προοπτική της ρήξης με τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση και της δημιουργίας μιας μελλοντικής, σοσιαλιστικής Ευρώπης.

Ωστόσο, μια τέτοια εκστρατεία θα περιοριστεί, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, στο επίπεδο της προπαγάνδας και της εξασφάλισης εφεδρειών για το μέλλον. Αυτή τη στιγμή, ο ελληνικός λαός, μεγάλη και διευρυνόμενη μερίδα του οποίου αντιμετωπίζει κυριολεκτικά πρόβλημα επιβίωσης, δεν μπορεί να περιμένει πότε θα «ξυπνήσει» η εργατική τάξη της Γερμανίας, της Γαλλίας ή της Βρετανίας για να πορευτούμε όλοι μαζί στη διεθνιστική λεωφόρο των ριζοσπαστικών μας φαντασιώσεων. Όχι ο «εθνικισμός» μας, αλλά η στοιχειώδης αίσθηση της πραγματικότητας λέει ότι στη σημερινή συγκυρία η Ελλάδα, ο λαός της και η Αριστερά της βρίσκονται πολύ πιο μπροστά, από την άποψη της μαχητικής ικανότητας και του πολιτικού ριζοσπαστισμού, από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Το μέγα θέμα είναι αν θα αξιοποιήσουμε αυτή τη δυναμική για την αποφασιστική ρήξη που ωριμάζει ή αν θα την αφήσουμε να εκφυλισθεί με ασκήσεις σκιώδους κυβέρνησης και πρακτικές σκιώδους αντιπολίτευσης. Όπως έλεγε στα δύσκολα ο Χαρίλαος Φλωράκης «η ζωή θα δείξει» – και μάλλον δεν θα αργήσει…