Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Σχ. Νόμου για την Πρωτοβάθμια Υγεία, συρρικνώνουν τις δημόσιες δομές ενισχύουν τους ιδιώτες.



Γράφει ο Χρήστος Κόνιαρης ,
από την ιστοσελίδα ygeionomikoi.gr
Σημαντικές ανατροπές που ενισχύουν το ρόλο του ιδιωτικού τομέα φέρνει το σχέδιο νόμου για τη Πρωτοβάθμια Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) που αναρτήθηκε αργά το βράδυ της Παρασκευής στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Υγείας.
Παρά το γεγονός ότι στο νομοσχέδιο προβλέπεται η κάλυψη όλων των πολιτών από το νέο σύστημα, ουσιαστικά αυτό ακυρώνεται από την σύνδεση των παροχών με την ασφαλιστική κάλυψη. Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια πολίτες που είναι ανασφάλιστοι μένουν ουσιαστικά εκτός συστήματος αφού δεν καλύπτονται για φαρμακευτική αγωγή, διαγνωστικές πράξεις και νοσοκομειακή περίθαλψη. Ασαφές παραμένει με βάση τις διατάξεις του Νομοσχεδίου αν οι ανασφάλιστοι θα έχουν δικαίωμα να επισκεφτούν οικογενειακό γιατρό ή να εξεταστούν στα Δημόσια Κέντρα Υγείας.
Σημαντικό στοιχείο που παραμένει με βάση τις διατάξεις του Νομοσχεδίου στον αέρα είναι η χρηματοδότηση του νέου «συστήματος». Παρά το γεγονός ότι η μισθοδοσία του προσωπικού μεταφέρεται στις ΥΠΕ ερωτηματικό παραμένει από πού θα καλυφθούν οι λειτουργικές δαπάνες των Κέντρων Υγείας μετά το 2014. Αν μάλιστα αυτό επιχειρηθεί να καλυφθούν οι ανάγκες με συμβάσεις που θα «υπογραφούν» με τον ΕΟΠΥΥ τότε είναι πολύ πιθανόν οι μονάδες να μείνουν στεγνές από χρηματοδότηση, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των Νοσοκομείων.
Με την ψήφιση του Νομοσχεδίου Ο ΕΟΠΥΥ παύει πλέον να παρέχει υπηρεσίες υγείας και μετατρέπεται σε απλό αγοραστή υπηρεσιών, κατά τα πρότυπα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών. Στον ΕΟΠΥΥ παραμένουν μόνο οι διοικητικές υπηρεσίες που ασχολούνται με την εξόφληση των νοσηλίων, φαρμακευτικής αγωγής και εξετάσεων καθώς και τα φαρμακεία που ο ίδιος έχει εν λειτουργία. Το σύνολο των υγειονομικών δομών του οργανισμού (Πολύιατρεία, κλπ), κλείνουν και το προσωπικό που εργάζεται σε αυτές τίθεται σε διαθεσιμότητα. Ταυτόχρονα το σύνολο του προσωπικού των κέντρων Υγείας (Υγειονομικό Προσωπικό, Ιατρικό, προσωπικό υποστηρικτικών υπηρεσιών) μεταφέρεται στις Υγειονομικές Περιφέρειες. Είναι προφανές ότι πλέον ο ΕΟΠΥΥ μετατρέπεται σε έναν οργανισμό που θα χρηματοδοτεί μέσω των συμβάσεων τον ιδιωτικό τομέα υγείας και κυρίως τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και την εθνική και πολυεθνική φαρμακοβιομηχανία.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο στη θέση του ΕΟΠΥΥ «δημιουργείται» το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ), που αποτελεί μια μίξη υπηρεσιών από τις Δημόσιες δομές πρωτοβάθμιας και αντίστοιχες από τον ιδιωτικό τομέα δίνοντας ουσιαστικά προνομιακό ρόλο και πεδίο δράσης στα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στο χώρο της υγείας. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ακόμα και στην ονομασία δεν περιέχεται ο όρος ΣΥΣΤΗΜΑ, αλλά δίκτυο που παραπέμπει στην συνύπαρξη με όρους «ανταγωνισμού» των Δημόσιων δομών με τις ιδιωτικές δομές πρωτοβάθμιας υγείας.
Αποκαλυπτικό αυτών των προθέσεων του Υπουργείου Υγείας αποτελεί η ρύθμιση που προβλέπει την επαναξιολόγηση των συμβάσεων του ΕΟΠΥΥ όχι μόνο με τους ιδιώτες αλλά και με τις Δημόσιες δομές. Επίσης δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητο το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα στον ιδιωτικό τομέα να αναπτύξει μονάδες ημερήσιας νοσηλείας που προφανώς θα συνδεθούν με αντίστοιχες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοσχεδίου το ΠΕΔΥ αυτονομείται από το ΕΣΥ και τα Νοσοκομεία αφού οι δημόσιες μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας που θα επιλεγεί να διατηρηθούν στο σύνολό τους μεταφέρονται στις Υγειονομικές Περιφέρειες. Μάλιστα οι ΥΠΕ μαζί με το Υπουργείο Υγείας θα καθορίσουν ποιες μονάδες του ΕΟΠΥΥ και των Κέντρων Υγείας θα «παραμείνουν εν ζωή» προσμετρώντας προφανώς και τις ήδη αναπτυγμένες ιδιωτικές μονάδες που υπάρχουν σε κάθε περιοχή, αφού αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του νέου «συστήματος».
Στο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι το νέο σύστημα θα το στελεχώσουν 3 χιλιάδες γιατροί, παθολόγοι, γενικοί ιατροί και παιδίατροι, που θα έχουν το ρόλο του οικογενειακού γιατρού καθώς και εργαζόμενοι από το υπάρχον υγειονομικό και λοιπό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ. Είναι προφανές ότι ο αριθμός αυτός είναι ελλιπέστατος για να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών. Ερωτηματικό παραμένει τι θα γίνει με τους εργαστηριακούς γιατρούς καθώς και πως θα καλυφθούν οι ανάγκες σε γιατρούς ειδικοτήτων από τη στιγμή που τα νέα Κέντρα υγείας μάλιστα αποσυνδέονται από τα Νοσοκομεία. Οι γιατροί ειδικοτήτων, οφείλουν σύμφωνα με το σχ. νόμου να κλείσουν άμεσα τα ιδιωτικά ιατρεία, σε αντίθετη περίπτωση απολύονται και να μεταφερθούν ως Γιατροί του ΕΣΥ είτε σε Νοσοκομεία είτε σε δομές πρωτοβάθμιας υγείας σε θέσεις που θα δημιουργηθούν από τις ΥΠΕ. Εδώ βεβαίως γενάτε ένα τεράστιο πρόβλημα αφού είναι σίγουρο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτών τα γιατρών θα επιλέξει το ιδιωτικό ιατρείο και όχι την παραμονή του στο σύστημα. Σε αυτή την περίπτωση οι υπηρεσίες που παρείχε αυτό το κομμάτι του ιατρικού προσωπικού θα μείνουν μετέωρες. Αντίστοιχη πρόβλεψη για μεταφορά υπάρχει και για το υγειονομικό και «λοιπό» προσωπικό του ΕΟΠΥΥ χωρίς όμως, όπως και στην περίπτωση των γιατρών να υπάρχει δέσμευση για τη δημιουργία ικανού αριθμού θέσεων για το σύνολο του προσωπικού καθώς και για κριτήρια που συνδέονται με την χωροταξική κατανομή των θέσεων προκειμένου να μην οδηγηθεί προσωπικό λόγω απόστασης στην παραίτηση, ή την οικονομική του εξόντωση λόγω κόστους στις μετακινήσεις.
Το σχέδιο νόμου βάζει μάλιστα σε αμφισβήτηση και την 24ωρη λειτουργία των Κέντρων Υγείας. Σύμφωνα με αυτό τα Κέντρα Υγείας «δύναται» και όχι υποχρεούνται να λειτουργούν σε 24ωρη βάση, 7 ημέρες την εβδομάδα.
Το τρίτο κεφάλαιο του νομοσχεδίου προβλέπει τις διαδικασίες μέσω των οποίων θα τεθούν σε διαθεσιμότητα το σύνολο του προσωπικού του ΕΟΠΥΥ. Όπως αναφέρεται στο σχ. Νόμου θα παραμείνουν οι εργαζόμενοι θα «βρεθούν» σε αυτό το καθεστώς για ένα μήνα και μετά θα μεταφερθούν σε αντίστοιχες θέσεις της ΠΦΥ υπό τις ΥΠΕ.
Οι εργαζόμενοι που θα τεθούν σε καθεστώς διαθεσιμότητας θα λαμβάνουν τα ¾ των αποδοχών τους. Ειδικά για τους γιατρούς, προβλέπεται η μεταφορά τους με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. «Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος / μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως», αναφέρεται.
Σε ό,τι αφορά τη μισθοδοσία των γιατρών το σχέδιο νόμου αναφέρει «το ιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., διατηρεί το σύνολο των αποδοχών και αποζημιώσεων που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού. Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδους ιατρών Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικίες μισθολογικές διατάξεις».
Για το θέμα του βαθμού με τον οποίο θα μεταφερθούν στη νέα ΠΦΥ οι γιατροί του ΕΟΠΥΥ σημειώνεται πως «η αίτηση των ιατρών που έχουν μεταταχθεί με την ανωτέρω διαδικασία, για ένταξη τους στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ και κατάταξη τους στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α’ ή Επιμελητή Β’ πρέπει να γίνει εντός ενός (1) μηνός από την ανάληψη των καθηκόντων τους. Όσοι δεν επιθυμούν να υποβάλλουν αίτηση ή δεν αξιολογηθούν θετικά για ένταξη τον κλάδο ειδικευμένων γιατρών ΕΣΥ, παραμένουν υπηρετούντες στον κλάδο ΠΕ ιατρών – οδοντιάτρων».
Συνασπίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σχέδιο Νόμου αποτελεί μια ακόμα μνημονιακή επιλογή που στόχο έχει την συρρίκνωση των δημόσιων δομών και την σκανδαλώδη ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα. Ό αγώνας για να μην κλείσει καμία δημόσια δομή υγείας, για να μην τεθούν σε διαθεσιμότητα ή απολυθούν εργαζόμενοι, για την ανάπτυξη ενός δημόσιου δωρεάν συστήματος πρωτοβάθμιας υγείας αποκτά νέα χαρακτηριστικά.